Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ποια ζωή, ρε καρντάσια;


ΠΟΙΑ ΖΩΗ, ΡΕ ΚΑΡΝΤΑΣΙΑ;:
 Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ, ΑΠΑΞ, ΠΟΥ ΛΕΝΕ, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ.
 ΚΑΙ ΜΕΙΣ ΤΙ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΡΕ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΗ ΖΗΣΟΥΜΕ; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την…
 ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...
 ΕΤΣΙ, Μ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΩΛΟΕΦΕΥΡΕΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΛΕΝΕ ΡΟΛΟΪ, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. ΧΩΡΙΣΑΜΕ ΤΗ ΜΕΡΑ ΣΕ ΠΤΩΜΑΤΑ ΣΤΙΓΜΩΝ, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».
 ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...  ΟΛΑ, ΟΛΑ ΤΑ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ που δε θα 'ρθει ποτέ...
ΑΦΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ, ΔΥΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΜΕ πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
 ΞΕΡΕΙΣ ΓΙΑΤΙ; ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
 ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια… 


 ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΝΑ ΜΕΙΝΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ:
 ΞΕΡΩ ΠΙΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ. Καταρχήν στην Ελλάδα δεν έχουμε το στοιχειώδες. Δεν έχουμε έναν στοιχειώδη πολιτικό πολιτισμό, γιατί αυτά τα καθίκια δε μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους.
 Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ, Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ, και πολεμάν σαν κατίνες ο ένας τον άλλον, εσύ έκανες εκείνο στο αυτό κι εσύ έκανες το άλλο. Δεν έχουν την παλικαριά, την εντιμότητα να κάτσουν σε ένα τραπέζι και να αφήσουν τις κατινιές στην άκρη και να κουβεντιάσουν. Είναι τυχαίο; Μα ένας δεν αυτοκτόνησε απ’ αυτούς εδώ τριανταπέντε χρόνια; Ένας δε ζήτησε συγγνώμη, ένας δεν παραιτήθηκε;
 ΟΤΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω.
 ΟΤΑΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.
 ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΝΑ ΜΕΙΝΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.
 Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΦΟΡΑ. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο. 
 Ο Χρόνης Μίσσιος (1930-20 Νοεμβρίου 2012) γεννήθηκε στην Καβάλα από γονείς καπνεργάτες και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Αυτή την περίοδο, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Από τα Γιαννιτσά, όπου τον στέλνει ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με άλλα παιδιά για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής, περνάει στους αντάρτες. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε το θάνατο χάρη σ’ ένα τυχαίο γεγονός. Έκτοτε, μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος. Εκεί μαθαίνει ανάγνωση και γραφή. Ένα «διάλειμμα» ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Το πρώτο του βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…» (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» (Γράμματα, 1988).                    [Πηγή: www.doctv.gr]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου