Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Δικαστές... υπεράνω νόμου με συνοπτικές διαδικασίες


Κάθε φορά το τελευταίο διάστημα -και μάλιστα συχνότατα- που οι δικαστικές ενώσεις παρεμβαίνουν σε νόμους που αφορούν τις δικές τους οικονομικές απολαβές και τις φορολογικές υποχρεώσεις (και όχι μόνο), επικαλούνται το Σύνταγμα και την ανεξαρτησία τους.
 Ταυτόχρονα, μεγάλη μερίδα των όψιμων υπερασπιστών της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, με «σημαιοφόρους» τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, αναφέρονται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις και σε πόλεμο κατά των δικαστών. Τελευταία αφορμή, το ηλεκτρονικό και υποχρεωτικό «πόθεν έσχες» και η κριτική που ασκήθηκε και από υπουργικά χείλη για τις συνεχείς αντιρρήσεις των δικαστών στην αποδοχή αυτής της υποχρέωσης όπως ο νόμος ορίζει.
  Θα πρέπει ίσως εδώ να καταστεί σαφές στον κάθε πολίτη -και στο σημείο αυτό είναι αλήθεια ότι δεν βοηθάει η ίδια η Δικαιοσύνη- τι θεωρείται αθέμιτη παρέμβαση στο έργο της και τι όχι. Παρέμβαση της εκτελεστικής, ακόμα και της νομοθετικής εξουσίας θα ήταν για παράδειγμα πίεση στους δικαστές για συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις. Αλλο όμως η παρέμβαση, άλλο η νόμιμη κριτική και εντελώς άλλο η απαίτηση να εξαιρούνται οι δικαστές από τους νόμους που ισχύουν για όλους τους άλλους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς, είτε αυτοί είναι αιρετοί είτε διορισμένοι.
 Οι δικαστές πληρώνονται (και αυτοί) από το δημόσιο ταμείο και επομένως σε τίποτα δεν έχει να κάνει η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης με τους νόμους που ορίζουν μισθολόγια, συντάξεις, φοροαπαλλαγές και «πόθεν έσχες». Ειδικά όταν τις τελευταίες δεκαετίες, υποθέσεις με υπέρογκο πλουτισμό ανώτατων δικαστικών, συμμετοχή τους σε offshore, σε εταιρείες και σε ιδρύματα έγιναν πρωτοσέλιδα με ονοματεπώνυμα. Ειδικά όταν όλοι στηλιτεύουν -και πολύ σωστά- τους βουλευτές που ζήτησαν αναδρομικά, ενώ κανείς δεν μίλησε για τα αναδρομικά που διεκδίκησαν και με αποφάσεις τους κατοχύρωσαν οι δικαστικοί.
 Η εξαιρετική σπουδή του ΣτΕ να δοθεί στη δημοσιότητα μέσα σε μόλις δύο ημέρες μετά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας η απόφαση για αντισυνταγματικότητα της αρχικής ΚΥΑ που διευκρινίζει τους όρους κατάθεσης και ελέγχου του «πόθεν έσχες» των δικαστών αφήνει ελάχιστα περιθώρια... συναινετικών λύσεων. Οπως αναγράφεται στην απόφαση (των 80 σελίδων), το ΣτΕ έκανε δεκτή την προσφυγή όλων των δικαστικών ενώσεων και αμφισβητεί πλέον την ΚΥΑ που ορίζει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του Νόμου του 2016. Εμμεσα δε, αμφισβητεί τελικά ακόμα και τον αντίστοιχο Νόμο του 1996 περί δειγματοληπτικών ελέγχων στο «πόθεν έσχες» των δικαστών, μια και όλα αυτά τα μέτρα τα θεωρεί «απρόσφορα».
Η απόφαση καταλήγει: «Διά ταύτα δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την 1846οικ./13.10.2016 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β΄ 3300/13.10.2016).
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτουσών ενώσεων, ανερχόμενη σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ».
 Προηγήθηκε η πρωτοφανής στα δικαστικά χρονικά απόφαση των δικαστικών λειτουργών όλων των κλάδων της Δικαιοσύνης, που επί της ουσίας προέτρεπε τους δικαστικούς να μην καταθέσουν «πόθεν έσχες» μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες: «Δεν δεσμευόμαστε, αναφορικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και δήλωσης οικονομικών συμφερόντων για τα έτη 2016 και 2017, από την προθεσμία η οποία θα έληγε αύριο (21/10/2017)».
 Οι λόγοι που επικαλούνται είναι αφενός ότι δεν εφαρμόστηκε η απόφασή τους να ελέγχεται το δικό τους «πόθεν έσχες» από όργανο που θα συγκροτείται από τους ίδιους και αφετέρου διότι εφόσον «καλούμαστε να υποβάλλουμε δηλώσεις στη βάση ενός νέου πλαισίου [...] είναι υποχρεωτική η χορήγηση εύλογης προθεσμίας όχι μόνο στους δικαστικούς λειτουργούς αλλά σε όλους τους υπόχρεους».
Το ίδιο επιχείρημα
Η πολυσέλιδη απόφαση επικαλείται διαρκώς το άρθρο 26 του Συντάγματος για την ανεξαρτησία (και όχι για το ανεξέλεγκτο) της Δικαιοσύνης.
 Το Σύνταγμα όμως διασφαλίζει ότι η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια και οι αποφάσεις εκτελούνται στο όνομα του λαού. Η ανεξαρτησία του δικαστή είναι προσωπική και διασφαλίζεται, σε πρώτη φάση, με τον διορισμό των δικαστών ύστερα από επιτυχία σε διαγωνισμό ο οποίος και διατηρείται ισοβίως εκτός αν τα δικαστικά όργανα κρίνουν διαφορετικά σε κάποιες περιπτώσεις.
 Η προσωπική ανεξαρτησία θα πρέπει να στηρίζεται σε αντίστοιχη στοιχειώδη οικονομική ανεξαρτησία. Το Σύνταγμα δεσμεύει το υπουργείο των Οικονομικών, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών να είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Είναι δε και λειτουργική, δηλαδή η ανεξαρτησία των δικαστών εκδηλώνεται κυρίως στην αρχή ότι κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων υπόκεινται μόνο στον νόμο και στο Σύνταγμα.
 Για τον λόγο αυτό εξάλλου η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνεδρίασε (κεκλεισμένων των θυρών) και έκρινε αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τις αναδρομικές, από 1ης Αυγούστου 2012, μειώσεις των συντάξεων των δικαστών (Φεβρουάριος 2015). Οι δικαστές διεκδίκησαν το 2015 όλα τα αναδρομικά τους και τις αναλογικές εξομοιώσεις των μισθών τους με εκείνους του ΠτΔ, των υπουργών, των βουλευτών κ.λπ.
 Μια σειρά ανάλογων αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων δυστυχώς δίνει στον κάθε πολίτη την εικόνα ότι οι δικαστές ζητούν συνεχώς εξαιρέσεις από τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους άλλους πολίτες αυτής της χώρας. Όμως αυτό αντίκειται στην ισονομία που απαιτεί πάνω απ’ όλα το Σύνταγμα, προκαλεί διακρίσεις και περιορίζει την ασφάλεια δικαίου.
 Αυτή τη φορά με «ακροβατικό» τρόπο, στην πολυσέλιδη απόφαση αλλά και σε όλες τις πρόσφατες τοποθετήσεις των ανώτατων δικαστών, αμφισβητείται πλέον ανοιχτά μέσω της ΚΥΑ ο Νόμος του 2016. Πρόκειται για τον Νόμο που ενώ περιέχει δεκάδες υποχρεώσεις και περιορισμούς για όλους όσοι υποχρεώνονται να καταθέτουν «πόθεν έσχες», ειδικά για τους δικαστές προβλέπει μόνο το να μη συμμετέχουν σε offshore, δειγματοληπτικούς ελέγχους και μόνο στους ανώτατους δικαστικούς πλήρη έλεγχο.
 Με μία κρίση μη πειστική αλλά και εξαιρετικά αόριστη, η απόφαση λέει ότι «η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ως υπηρετούντος σε Ανώτατο Δικαστήριο ως κριτήριο για τον υποχρεωτικό έλεγχο της δήλωσής του είναι απρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού». Η δε εξήγηση που δίδεται είναι ότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι υπάρχει ανάγκη κατά προτεραιότητα ελέγχου των δικαστικών λειτουργών των ανώτατων δικαστηρίων και ότι αν υπάρχει κίνδυνος παράνομου πλουτισμού, δεν αντιμετωπίζεται με την υποχρεωτική εξέταση των περιουσιακών στοιχείων των δικαστών. Δεν μας εξηγεί όμως η απόφαση γιατί ο έλεγχος αυτός ισχύει και είναι αποδεκτός για τους αιρετούς αντιπροσώπους του λαού -για παράδειγμα- ενώ για τους δικαστές, που μάλιστα είναι ισόβιοι στο λειτούργημά τους, δεν βοηθάει και δεν είναι αποδεκτό.


Μετρητά και τιμαλφή
Όμοια αποφαίνεται το ΣτΕ και για την υποχρέωση να περιλαμβάνονται στα περιουσιακά στοιχεία τα μετρητά και τα τιμαλφή πάνω από 15.000 ευρώ, «διότι προσβάλλουν κατά τρόπο υπέρμετρο και απρόσφορο το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, του ιδιωτικού βίου και της ασφάλειας των υπόχρεων και των οικογενειών τους».
 Το αν δηλαδή υπάρχει μαύρο χρήμα και πλουτισμός αγνώστου προελεύσεως στα σπίτια και στις θυρίδες των υπόχρεων δικαστών, είναι θέμα που άπτεται της ασφάλειάς τους. Πώς όμως θα μπορεί να ελεγχθεί στοιχειωδώς το όποιο παράνομο ή μαύρο χρήμα;
 Προφανώς και ισχύει ότι ο καθένας μπορεί να δηλώσει ψευδώς ότι δεν έχει τίποτα κρυμμένο, αλλά οι δικαστές φαίνεται να μην κατανοούν ότι αν υπάρχει η υποχρεωτική διάταξη, τότε θα υπάρχει και η διαφορετική ποινική αντιμετώπιση των ψευδών δηλώσεων και διαφορετική απαξία στο πεδίο της ηθικής.
Οι ελεγχόμενοι ελέγχουν
 Το τρίτο σημείο της απόφασης του ΣτΕ πολύ εκτενώς αναφέρεται στο όργανο το οποίο σύμφωνα με την ΚΥΑ θα αναλάβει τον έλεγχο των «πόθεν έσχες». Ο ισχυρισμός του ΣτΕ είναι ότι παραβιάζεται το Σύνταγμα και η διάκριση των εξουσιών «διότι αναθέτουν τον έλεγχο των δηλώσεων αυτών σε όργανο μη συγκροτούμενο, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι απολαμβάνουν των συνταγματικών εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας».
 Μάλιστα συγκρίνουν τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστών, επικαλούμενοι το άρ. 91 του Συντάγματος, που προφανώς κρίνονται από τους ίδιους και τα δικαστικά τους όργανα με τον έλεγχο των οικονομικών τους δηλώσεων. Επιπλέον, για την άρνησή τους να ελέγχονται από τη Γ’ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, επικαλούνται το ότι η ίδια Αρχή ελέγχει και 36 άλλες ετερόκλητες κατηγορίες υπόχρεων.
 Όμως ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της συγκεκριμένης Αρχής: να ελέγχει τους υπόχρεους. Τέλος, σημειώνεται στην απόφαση ότι ακόμα κι αν η Αρχή αυτή διαπιστώσει πλασματικά στοιχεία ή ακόμα και ποινικά αδικήματα, δεν θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλει ποινές, δεδομένου ότι σε αυτήν τακτικός δικαστής είναι μόνο ο πρόεδρος.
 Προφανώς όμως ούτως ή άλλως για κάθε υπόχρεο που θα βρεθεί παράνομος θα ακολουθηθεί η δικαστική οδός. Η απόφαση του ΣτΕ καταλήγει στο συγκεκριμένο ζήτημα ότι «το όργανο που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο αυτόν πρέπει να έχει όχι μόνο το ανάλογο, ενόψει της ιδιαίτερης κατά το Σύνταγμα θέσης των δικαστικών λειτουργών, θεσμικό κύρος, ως προς τα πρόσωπα από τα οποία αποτελείται, αλλά πρέπει και να συγκροτείται, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία (!), συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, από ανώτατους τακτικούς δικαστές, μέλη των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων».
 Για ποιον άραγε λόγο ένας πολίτης να αποδεχθεί ότι έχει περισσότερες υποχρεώσεις απ’ όσες οι δικαστές, όταν μάλιστα όπως οι αιρετοί έχει και το τεκμήριο δημοκρατικής νομιμοποίησης και ελέγχεται υποχρεωτικά; Για ποιον λόγο άραγε ένας εργαζόμενος που έχει δει τη σύνταξή του ή τον μισθό του να συρρικνώνεται δεκαπέντε φορές μέσα στην κρίση θα πρέπει να πληρώνει με τους φόρους του τα αναδρομικά των δικαστών;
 Για ποιον λόγο από όλους εκείνους τους δημόσιους λειτουργούς που είναι υποχρεωμένοι να καταθέτουν στοιχεία και να ελέγχονται όλοι για το πώς και αν ξαφνικά πλούτισαν θα πρέπει να εξαιρούνται οι ανώτατοι δικαστές; Πώς άραγε εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αν γίνεται μόνο δειγματοληπτικός και όχι ενδελεχής υποχρεωτικός έλεγχος στα εισοδήματα των ανώτατων δικαστών και εισαγγελέων; Η Δικαιοσύνη είναι μία από τις τρεις βασικές συνιστώσες της δημοκρατίας, δεν είναι «καπετανάτο». Όλοι οφείλουν να ελέγχονται.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου


 "Η απόφαση του ΣτΕ είναι έωλη. Το “πόθεν έσχες”, αν χρειάζεται κάπου, είναι για τους δικαστές, ώστε να εμπεδώνεται η ασφάλεια δικαίου στον κάθε πολίτη. Επιπλέον, η άρνηση ελέγχου δεν δικαιολογείται από καμία συνταγματική αρχή."
Το σκεπτικό της μειοψηφίας
 Τρεις σύμβουλοι Επικρατείας μειοψήφησαν στο θέμα του ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η ασκούσα τον έλεγχο αυτόν επιτροπή δεν αποτελείται στο σύνολό της ή έστω κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, δεν παραβιάζει τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις.
 Σύμφωνα με το σκεπτικό της μειοψηφίας, το θέμα του ελέγχου των ΔΠΚ των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, το οποίο αποτελεί, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο των ρυθμίσεων του Ν. 3213/2003 (όπως ισχύει), δεν θίγει την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας έναντι των λοιπών λειτουργιών, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, ούτε παραβιάζει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.
 Κι αυτό γιατί «ο έλεγχος αυτός δεν παρεμβαίνει καθόλου στην άσκηση των δικαστικών καθηκόντων, αφού, ως εκ του αντικειμένου του, δεν συνεπάγεται καμία επέμβαση στην ανεξαρτησία γνώμης την οποία οφείλουν να έχουν οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους...»    Μαρ. Δ.     [Πηγή: efsyn]
 Σχόλιο: ...Επικαλούνται την "ανεξαρτησία" και αποθεώνουν την ασυδοσία... Και μετά θα έρθει η "δίκαιη ανάπτυξη" αφού πρώτα μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις για τελευταία 16η φορά... Απλή λογική....