Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Τα πουλιά, το γέλιο, η θλίψη, τα μνημόνια


 Σε ένα ολιγοσέλιδο αλλά ζουμερό δοκίμιό του ο μεγάλος Ιταλός ποιητής και φιλόσοφος,Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798 - 1837), με τίτλο «Εγκώμιο των πουλιών», εκδόσεις «Αγρα», δοξάζει θα έλεγα την ύπαρξή τους -μία απολαυστική περιήγηση στην ελευθερία τους και την εσωτερικότητά τους, στην αέναη κίνηση και την πανοπτικότητά τους.
 Συμπεραίνει λοιπόν ότι η φύση των πουλιών είναι τελειότερη έναντι της φύσης των υπολοίπων πλασμάτων (των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων φυσικά). Ισχυρίζεται ακόμη, και αυτό νομίζω έχει τεράστιο ενδιαφέρον, όχι βέβαια κατηγορηματικά αλλά υποθετικά, ότι «κατά κάποιο τρόπο τα πουλιά μοιράζονται με τους ανθρώπους το προνόμιο του γέλιου». Δεν συνεχίζει την εικασία του αλλά κάνει μία θαυμάσια παρέκκλιση για να αναφερθεί στη μοναδική ιδιότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων να γελάμε, ιδιότητα ξένη σε κάθε άλλο ζωντανό τούτου του πλανήτη.
 Όχι πως δεν έχουν γραφεί πραγματείες για το γέλιο (Λουκιανός π.χ., Μπερξόν, ο δικός μας Παπαγιώργης) αλλά ξεχωρίζει η κοινωνικότητα την οποία του προσδίδει, η οποία ταιριάζει γάντι με την τελευταία δεκαετία στη χώρα μας. Λέει περίπου ότι σε δύσκολες, στενάχωρες καταστάσεις, σε τρομερά γεγονότα ή όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε τεράστια θλίψη ή όταν χάνουν κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή, βεβαιωμένοι για τη ματαιότητά της, ανίκανοι για οποιαδήποτε χαρά, χωρίς καμιά ελπίδα δεν παύουν εντούτοις να γελούν.
 Και σχολιάζει: «Στα πολιτισμένα έθνη το γέλιο διατηρεί μία θέση και ασκεί ένα έργο αναπληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο ό,τι σε αλλοτινούς καιρούς κάλυπταν η αρετή, η δικαιοσύνη, η τιμή και τα παρόμοια· σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τιθασεύει και απομακρύνει τους ανθρώπους από κακές πράξεις».
 Όπως η μέθη (την οποία θεωρεί ως πρώτη αφορμή και αιτία για το γέλιο), διακόπτει για λίγο ή μειώνει την αίσθηση και τη συνείδηση των βασάνων των ανθρώπων -αναμφισβήτητα αυτό είναι ένα όφελος, μία ανάσα. Παίρνει δηλαδή ως δεδομένο (και μάλλον έχει δίκιο) ότι οι άνθρωποι είμαστε οι πλέον δυστυχείς μεταξύ όλων των υπολοίπων πλασμάτων· με το ξέσπασμα του γέλιου εισερχόμαστε στη λήθη του εαυτού μας, αναστέλλουμε κατά κάποιον τρόπο τη θλιβερή ζωούλα μας, δεν μας παίρνει εντελώς από κάτω, βρε αδερφέ.
 Σαν τα πουλιά που δεν προλαβαίνουν να πλήξουν (δεν γνωρίζουν τι θα πει παρατεταμένη από πόνο και απελπισία ανία) έτσι και οι γελαστοί άνθρωποι: ξεφεύγουν από τα οχληρά κάτω στρώματα της σωματοψυχής και πετάνε έστω για λίγο στα υψηλά, εκεί όπου υπάρχει κρύος, δροσερός, αναζωογονητικός άνεμος. Προς θεού, το γέλιο δεν υποκαθιστά τη ζωή και δεν λειτουργεί δίκην κάποιου ναρκωτικού. Δεν είναι εύκολο να εμφανιστεί έτσι κι αλλιώς με τόσες σκοτούρες, αλλά να, αν εμφανιστεί, μόνο καλό προσφέρει στους ανθρώπους -το ξέρουμε κι εμείς αλλά στα σκοτεινά σημεία της συνείδησης και όχι στους στόχους ζωής που ο καθείς βάζει (όταν και αν μπορεί...).
 Με το γέλιο κόντρα στα μνημόνια λοιπόν -αυτό βεβαίως απαιτεί καλή παρέα, γνώση της απαισιόδοξης πλευράς των πραγμάτων και, ως εκ τούτου, προσπάθεια να ξεπεραστούν τα θλιβερά που μας περικυκλώνουν. Όχι χάσκακες, γελαστά ζώα, απλώς.    [Πηγή: efsyn]


Σχόλιο: ...Άλλο χάχασκες (κοινώς γιδοπρόβατα) κι άλλο γελαστά ζωάκια... Από αρχαιοτάτων χρόνων η διαφορά ήταν εμφανής δια γυμνού οφθαλμού.. Την είχε επισημάνει με απόλυτη σαφήνεια και ο σοφός Σωκράτης στην "απολογία" του... Ε Δ Ω