Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Άλλη μια φάμπρικα…


 Αν υπάρχει κάποιος –μετά τον Καζαντζίδη– που μιλάει στην καρδιά όσων, για μια μικρή ή μεγάλη περίοδο, αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της μετανάστευσης, αυτός είναι ο Λάκης Χαλκιάς. Πολύ πρόσφατα σε ένα μαγαζί, η ορχήστρα έπαιξε τη «Φάμπρικα». Ένα ζεϊμπέκικο που μας έδωσε ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιώντας τον Σκούρτη.
 Ωραίο ζεϊμπέκικο, λεβέντικο. Κι ας λέει πράγματα σκληρά. Το μαγαζί, φοιτητικό στέκι, ήταν γεμάτο νέα παιδιά. Το ξέραν το τραγούδι, το χόρεψαν κάνα δυο. Να ’ξερε άραγε πριν «φύγει» ο ποιητής πόσο το αγαπούν οι νέοι; Να ’ξερε με πόσο πάθος τραγουδούσαν το:
 Η φάμπρικα δε σταματά/ δουλεύει νύχτα μέρα/ και πώς τον λεν το διπλανό/ και τον τρελό τον Ιταλό/ να τους ρωτήσω δεν μπορώ/ ούτε να πάρω αέρα…
 Οι «Μετανάστες», δίσκος σταθμός στην ελληνική δισκογραφία, κυκλοφόρησε το 1974, με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες του Λάκη Χαλκιά και της Βίκυς Μοσχολιού. Τι είναι αυτό το τόσο δυνατό που κάνει μια γενιά αλλιώς μεγαλωμένη να αγαπά αυτά τα τραγούδια; αναρωτιόμουν, όταν πριν από λίγες μέρες έμαθα την είδηση του θανάτου του Γιώργου Σκούρτη. Νομίζω ο ίδιος πόνος.
 Ο πόνος του ανθρώπου που δεν μπορεί να φτιάξει ρίζες στην πατρίδα του και φεύγει για να αναζητήσει ένα μέλλον σε άλλη χώρα. Και, ναι, αυτά τα παιδιά δεν μοιάζουν μ’ εκείνα του ’60. Ξέρουν δύο γλώσσες, έχουν πτυχία, και παίζουν την τεχνολογία στα δάχτυλα. Αλλά αφήνουν πίσω το σπίτι όπου μεγάλωσαν και τους δικούς τους ανθρώπους. Κάποια νύχτα ή κάποια μέρα, η νοσταλγία θα τους βρει, απρόσμενα και ξαφνικά. Εκεί θα θυμηθούν τον Καζαντζίδη να τραγουδά Βίρβο, εκεί κάποιος θα ανακαλύψει και τη «Φάμπρικα»:
 Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός/ ξεχνάω τη μιλιά μου/ είμαι το νούμερο οχτώ/ με ξέρουν όλοι με αυτό/ μα εγώ κρατάω μυστικό/ ποιο είναι τ’ όνομά μου…

 Στην πραγματικότητα, η φάμπρικα της μετανάστευσης δεν σταμάτησε ποτέ. Δουλεύει ακόμα νύχτα - μέρα. Θυμήθηκα τον Πάουλο Φρέιρε που σε ένα από τα εμβληματικότερα βιβλία της σύγχρονης φιλοσοφίας, «Η αγωγή του καταπιεζόμενου», προειδοποιούσε πως, αν σε έναν υπερκαταναλωτικό και υπερχειραγωγούμενο κόσμο η παιδεία είναι απλώς εξειδίκευση, τίποτα δεν θα αλλάξει από τις παλιότερες σκοτεινές εποχές. Αυτό καταφέραμε; Δημιουργήσαμε άλλη μια γενιά μεταναστών;
 Άλλη μια γενιά εμιγκρέδων; Θα ήθελα να ελπίζω πως όχι, αλλά όλο και περισσότεροι γονείς αποχαιρετούν τα παιδιά τους στα αεροδρόμια. Στο «εδώ και στο τώρα». Με την ίδια ελπίδα που αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους κάποιοι άλλοι γονείς πολλά χρόνια πριν στις αποβάθρες των τρένων και των πλοίων. Την ελπίδα πως θα έχουν ένα καλύτερο μέλλον.
Αντίο, κ. Σκούρτη, η φάμπρικα δουλεύει ασταμάτητα, κι εμείς εδώ... ακούμε ακόμα τον ήχο των μηχανών και των αναστεναγμών. [Πηγή: efsyn]






Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Γέροντες και κλαρινογαμπροί ‒ Πολιτική έξη



Υπάρχει μια ρήση –όχι και τόσο γνωστή‒ που λέει ότι «αν ο διάβολος είναι γέρος, τότε πρέπει να γεράσεις για να τον καταλάβεις». Να ξεκαθαρίσουμε. Δεν είναι καλή η συζήτηση με πιστοποιητικά γέννησης πολιτικών ανδρών και γυναικών. Όμως, η παραπάνω σοφία δεν εννοεί την ηλικία ως επίδοση που, ανάλογα, επιβραβεύει ή μηδενίζει κάποιον επειδή είναι τριαντάχρονος και νέος ή κάποιον άλλον επειδή είναι πάνω από εξήντα και ηλικιωμένος.
 Η ρήση εννοεί άλλες ποιότητες: την απροκατάληπτη ματιά στις δυσκολίες του κοινωνικού βίου, την ικανότητα να διαχειρίζεται το αξίωµά του sine ira et studio, χωρίς «οργή και προκατάληψη», την παιδεία, το κοινωνικό φορτίο, την καλοσύνη, την ευγένεια, την εσωτερική ωριμότητα του πολιτικού...
 Αφορμή για τα παραπάνω στάθηκε ο δεινοσαυρικός κεντρώος που κατηγορούσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για υποκίνηση αποστασίας των βουλευτών από το μικρό του κόμμα – λες και πράγματι αυτό είναι το μείζον που βασανίζει τη χώρα. Την ίδια στιγμή, αλλά σε άλλο κανάλι, ένας νέος σε ηλικία βουλευτής, του ιδίου κόμματος, έλεγε ακριβώς τα ίδια με τον γέροντα, με το ίδιο ύφος και τα ίδια λόγια. Δεν είχε καμία δική του άποψη. Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.
 Άκουγα με έκπληξη την έμπειρη ηγερία της ΝΔ να λέει: «Θέλουμε τους Έλληνες ελεύθερους, ανεξάρτητους, προκομένους, υπερήφανους με ψηλά το κεφάλι… Να μην εξαρτώνται από εμάς…» Κοινότυπο και αποδεκτό απ’ όλους. Αλλά αυτό το «εμάς», αυτή η ίδιαίτερη εικόνα του εαυτού της, δηλαδή, το «εμάς τους πολιτικούς», δεν είναι κάτι ευκαιριακό ή τυχαίο. Αναφέρεται σε περιεχόμενο κεκτημένο και αναπαλλοτρίωτο∙ δηλώνει μια πολιτική έξη/habitus που μοιάζει με το απαραβίαστο «αιώνιο χθες».
 Και δεν μιλάμε για περιστασιακούς πολιτικούς ή για πολιτικούς παράλληλης απασχόλησης, αλλά για σόγια, οικογένειες ή και κληρονόμους, για ανθρώπους που, στην Ελλάδα, δεν ζουν απλώς για την πολιτική αλλά ζουν από την πολιτική και αξιώνουν να είναι «δικαιωμένοι» σε μια χώρα που ρουφιέται. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
 Ο Μαξ Βέμπερ στη μνημειώδη ομιλία του που έμεινε γνωστή από το 1918 με τον τίτλο «Η πολιτική ως επάγγελμα» είχε αποσαφηνίσει κάτι που ξεχνάμε. Είχε ξακαθαρίσει ότι «όποιος ζει “από” την πολιτική ως επάγγελµα, αγωνίζεται να την καταστήσει µόνιµη πηγή προσόδου, ενώ όποιος ζει “για” την πολιτική δεν κάνει κάτι τέτοιο. Όλοι οι κοµµατικοί αγώνες δεν είναι µόνον αγώνες για αντικειµενικούς κοινωνικούς στόχους, αλλά προπάντων αγώνες για πατρονεία αξιωµάτων».
 Όποιος ασκεί πολιτική, έλεγε, επιδιώκει δύναµη – δύναµη είτε ως µέσον στην υπηρεσία άλλων σκοπών, ιδεωδών ή εγωιστικών – είτε δύναµη για τη δύναμη, ώστε να απολαµβάνει την αίσθηση γοήτρου που του εξασφαλίζει.
 Ο Βέμπερ, επιπλέον, ταξινόμησε τους ιδεατούς τύπους εξουσίας: την «παραδοσιακή» εξουσία των ηγεμόνων παλαιού τύπου, την «χαρισματική» εξουσία των προφητων ή των δηµοψηφισµατικών ηγετών και, τέλος, τη «νόμιμη» εξουσία των ορθολογικών κανόνων για την εκπλήρωση θεσπισµένων καθηκόντων. Αυτοί οι ιδεατοί τύποι αλληλοτέμνονται από τους επίσης ιδεατούς τύπους των γερόντων και των κλαρινογαμπρών.
 Εάν ο γέροντας είναι αρχηγός, τότε ο λόγος του και η ερμηνεία του δεν αμφισβητούνται. Οι κλαρινογαμπροί, χειρότεροι κι από μισόστραβα –προκειμένου να έχουν κάποια κομματική τύχη και για να συνεχίσουν τη σταδιοδρομία τους στην πολιτική‒, οφείλουν να ξεχνούν τα νιάτα, την ορμή τους, τις σπουδές τους. Κατά τον Βέμπερ, «δεν έχουν καµία δύναµη, καµία υπευθυνότητα, διαδραµατίζουν µόνον κάποιο δευτερεύοντα ρόλο προύχοντα και, συνεπώς, η δράση τους εξαντλείται στα τυπικά συντεχνιακά ένστικτα». Εάν οι αρχηγοί είναι νέοι, τότε ‒σύμφωνα με τον Ιταλό φιλόσοφο Μπενεντέτο Κρότσε‒ έχουν ένα μόνον καθήκον: «γεροντίλα, κατά το συντομότερο δυνατό».
 Οι γέροντες, παλιομοδίτες και οικονομικά αναλφάβητοι, ουδέποτε έμαθαν τι σημαίνει «πολιτικός οικονομικός κύκλος» (political business cycle). Με σοφία κατώτερη εκείνης ενός φυλάρχου, και επειδή συνήθισαν να πληρώνονται χωρίς να κάνουν και πολλά, αφομοίωσαν τη στρεβλή εικόνα: πίστεψαν ότι στην οικονομία υπάρχουν δωρεάν δείπνα. Έτσι, δίχως να γνωρίζουν τις συνέπειες των επιλογών τους ‒και με το κύρος του αφεντικού‒, χρησιμοποίησαν τη μακροοικονομική πολιτική για την εξυπηρέτηση των πολιτικών σκοπών τους.
 Οι κλαρινογαμπροί σπουδάζοντας στη σχολή των γερόντων και αντιλαμβανόμενοι ότι «δεν σκοτώνεις την κότα που σου γεννάει το χρυσό αβγό» ‒δηλαδή, αυτό που σε διατηρεί στην εξουσία‒, υιοθετούν τη στρεβλή κατανόηση των γερόντων και τη διαιωνίζουν. Μάλιστα, επειδή οι κλαρινογαμπροί ξέρουν τι κάνουν στο περίπου ‒εφόσον πρόκειται για στοιχειώδη μαθήματα σύγχρονης οικονομικής‒, είναι επικινδυνότεροι και πιο ύπουλοι από τους γέροντες.
 Αλλά, ας είμαστε αισιόδοξοι. Οι γέροντες, νομοτελειακώς οδεύουν προς το νεκροταφείο. Οι κλαρινογαμπροί, έχοντας ήδη αποφοιτήσει απ’ το πανεπιστήμιο τους, είναι ήδη πεθαμένοι χωρίς να το ξέρουν. Ναι, αλλά γιατί συνέχεια στροβιλιζόμαστε στο πολιτικό καρναβάλι; Και πάλι ας είμαστε αισιόδοξοι. Ήδη, σπάμε τα χρονόμετρα. Μπορούμε, λοιπόν, να πανηγυρίζουμε με το πόσο γρήγορα πιάνουμε πάτο.   [Πηγή: efsyn]