Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Σ' αφήνω την καλονυχτιά



 Δημήτρης Υφαντής ... Ε Δ Ω 

Τεστ: Ζείτε στο παρόν ή στο… υπερπέραν;


 Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στη σύγχρονη εποχή, είναι πως δυσκολεύεται να ζήσει τη στιγμή. Ναι, είναι πολύ εύκολο να το λες, αλλά δύσκολο να το πετύχεις στην καθημερινότητα. Οι υποχρεώσεις, οι δυσκολίες, οι απαιτήσεις της εργασίας αλλά και της οικογένειας, δεν μας αφήνουν να «αδειάσουμε» το μυαλό μας και να απολαύσουμε πραγματικά τη στιγμή.
 Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός αυτό από τη μία είναι λογικό, αφού υπάρχουν τόσα πράγματα που πρέπει να επιλύσουμε καθημερινά που απασχολούμαστε συνεχώς με αυτά, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι… Από την άλλη, είναι απίστευτα κουραστικό και ψυχοφθόρο το να βρίσκεσαι, για παράδειγμα, για καφέ με φίλους, στο σινεμά, μια βόλτα στην παραλία με την οικογένειά σου ή ακόμα και μόνος σου και να μην μπορείς να απολαύσεις το μοναδικό πράγμα που έχουμε και μπορούμε να ζήσουμε… τη στιγμή!
 Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να καλλιεργήσει κανείς αυτή τη δεξιότητα...  Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, χρειάζεται να διαπιστώσει ο καθένας σε ποιο βαθμό καταφέρνει να ζει στο παρόν ή βρίσκεται παραδομένος στις σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του.
 Αυτός, ακριβώς, είναι ο σκοπός του παρακάτω τεστ το οποίο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Christine Lewicki «Νίκησε την γκρίνια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο. Απαντήστε σε μια σειρά από 12 ερωτήσεις και θα διαπιστώσετε, ανάλογα με το αποτέλεσμα, αν ζείτε στο παρόν ή στο…υπερπέραν!... Ε Δ Ω 

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Συνταξιούχε, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι…


 Ο πατέρας μου, παιδάκι τότε, έζησε τον πόλεμο. Και τον εμφύλιο. Την μπότα του φασισμού και την τρομοκρατία της πείνας. Έζησε το 1-1-4 και τους Λαμπράκηδες. Τη Φρειδερίκη-φρίκη και τον ανύπαρκτο Παύλο. Τον Κοκό και τα διόδια για βασιλόπροικες ή βασιλόπροκες, όπως το εκλάβετε.
  Τον Καραμανλή και το Γεώργιο Παπανδρέου, τη χούντα και τη μεταπολίτευση, το ζιβάγκο του Αντρέα, του Γεωργίου Μαύρου την ήττα, το «δε θέλω ου» του Ράλλη, το μουστάκι του Κατσιφάρα, το φουλάρι της Μελίνας να ανεμίζει με φόντο τον Παρθενώνα, του Γεννηματά τις ιδέες και του Τρίτση το σακάκι στον ώμο.
 Τον θυμάμαι να κλαίει όταν ο Αντρέας, από το μπαλκόνι, είπε τη σημαίνουσα τότε φράση «Η Ελλάδα, στους Έλληνες».
 Σήμερα, τον πήγα με το αυτοκίνητο σε ένα ξεχαρβαλιασμένο ΑΤΜ να σηκώσει τα τελευταία ευρώ από τη σύνταξή του. Στον δρόμο, τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε. Μια στάση στο φαρμακείο, τα ρημάδια τα αντιυπερτασικά πάλι τέλειωσαν κι οι «μπανέλες» για το μετρητή σακχάρου.
 Μια ακόμη στάση στο σουπερμάρκετ, γιαούρτι με % τοις εκατό λιπαρά, άνοστο και άγευστο σαν τις υποσχέσεις των εκάστοτε κυβερνώντων. Λίγο τυράκι, κάνα δυο φρυγανιές, μερικές ζουπηγμένες ντομάτες, το μακαρόνι που δεν κάνει για το ζάκχαρο αλλά «φτουράει» κι είναι φτηνό.
 Μάτια δεν σήκωνε να με κοιτάξει.
 Τον θυμάμαι με τι τσαγανό έφευγε κάποτε για τις διαδηλώσεις. Πώς μας ειδοποιούσαν ότι κάνει απεργίες πείνας και ότι τον συνέλαβαν για «αντίσταση κατά της αρχής».
 Τον θυμάμαι να με καθίζει στα γόνατα και να μου μιλά για την ιστορία της χώρας, τις ιδεολογίες, τις διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, τον ρόλο της Βουλής, την αξία της δημοκρατίας.
 Να μου δίνει, από παιδάκι, να του διαβάζω δυο και τρεις εφημερίδες καθημερινά κι έπειτα να με ρωτάει τι κατάλαβα. Να μην καλύπτει με τις δικές του απαντήσεις τα ερωτήματά μου, μα να με αφήνει να ψάχνω μόνη μου το αίτιο και το αιτιατό.
 Μια στάση ακόμη. Στο κρεοπωλείο. Λίγο κιμά. «Η μάνα σου έχει χαμηλό αιματοκρίτη, και….» απολογείται. Δεν του απαντώ. Τι να πω;
 Είναι ογδόντα έξι. Πότε μιλάει σαν πολυβόλο και πότε σωπαίνει και δεν του παίρνεις κουβέντα. Ειδικά όταν τα άνεργα εγγόνια του είναι μπροστά.
 Μόνο τα κοιτάζει με μάτια που καίνε, σαν τότε που έφευγε για τις συγκεντρώσεις κι ερχόταν παθιασμένος να μας αφηγηθεί πως «…ο αγώνας τώρα δικαιώνεται».
 Μπαίνει σκυφτός στο σπίτι. Η μάνα μουρμουράει, πάλι. Εκείνος, με κοιτάζει ξανά. Βάζει το χέρι στην τσέπη, το ξαναβγάζει.
«Παιδί μου… πληρώθηκες;» με ρωτάει. Γελώ, για να μην κλάψω. Μπροστά του. «Κάτι πήρα, βρε μπαμπά, μη νοιάζεσαι…».
 Επιμένει. «Η μικρή; Της έδωσες; Πες της πως ο παππούς τής χρωστάει χαρτζιλίκι…» η φωνή του, τρεμοπαίζει. Κοιταζόμαστε. Παίζουμε θέατρο κι οι δύο, ο ένας για χατίρι του άλλου. Το χειρότερο είναι πως το ξέρουμε.
 Η μάνα μου, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα: «Μπα; Τώρα με την επιμήκυνση θα ψιχαλίσει λεφτά;» Ξανακοιταζόμαστε.
 Ο περήφανος, ο ανυπότακτος πατέρας μου, ο ιδεαλιστής, ο συνδικαλιστής που δεν βόλεψε τα παιδάκια του, τα ανιψάκια του ή τα εγγονάκια του, ο μη χρηματισμένος και πάντα γελαστός μα γελασμένος, κυρτώνει τη ράχη.
 Νιώθει υπεύθυνος για την κατάντια της πατρίδας, για το πολιτικό πελατειακό σύστημα, για τη διαφθορά και τη διαπλοκή που μας έφεραν σε θέση άμυνας και υποδούλωσης έναντι των «εταίρων», για τις «εταίρες» της εξουσίας, για το αναίτιο των διεκδικήσεών του, για την υποτίμηση των αγώνων και των αγωνιών.
 Κάθε μέρα, σαν άλλος Οδυσσέας χάνει τους παλιούς του συντρόφους. Άλλους, τους έχει μετατρέψει η εξουσιαστική Κίρκη σε… χοίρους, κι άλλους τους παίρνει το πικρό κύμα της πενιχρής διαβίωσης. Γι' αυτούς ούτε τάφος, ούτε μνήμη, ούτε δάκρυα, ούτε δικαίωση. Φτωχέ μου, πατέρα…
 Σ’ αυτόν και σ’ όσους σαν αυτόν, να δω πώς θα επιβληθούν οι μειώσεις. Πώς θα του πείτε: «Σφίξε κι άλλο το ζωνάρι…» [ Συντάκτης: Μαργαρίτα Ικαρίου ]


...Αντί σχολίου... " Η μάνα μου, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα: «Μπα; Τώρα με την επιμήκυνση θα ψιχαλίσει λεφτά;» Ξανακοιταζόμαστε.".....
 Γι' αυτή την "επιμήκυνση" και τα "θετικά" της, έγραψα (με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες) τον Οκτώβριο του 2014...  Ε Δ Ω 
 Να λοιπόν πώς θα το πουν: Για το Δημόσιο συμφέρον, για το καλό της Δημοκρατίας, για το καλό της "τερατώδους ανάπτυξης" και για τελευταία 17η φορά (μέχρι την επόμενη), συνταξιούχε σφίξε κι άλλο το ζωνάρι. Τι πρόβλημα έχουν;;; ......           [Κ.Φ.]

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Η Μωρία Των Ανοήτων



«Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα είναι τα ψέματα που λέμε για το παρελθόν μας. Οι συνήθεις στόχοι είναι ο αυτοεκθειασμός και η αυτοδικαιολόγηση. Δεν είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι ξεχωριστοί' το ίδιο ισχύει για τις πράξεις μας και για τις πράξεις των προγόνων μας. Δεν συμπεριφερόμαστε ποτέ ανήθικα, οπότε δεν χρωστάμε τίποτε σε κανέναν.
 Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα λειτουργούν ως ένα είδος ομαδικής αυτοεξαπάτησης, από την άποψη ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στο ίδιο ψέμα. Αν η πλειονότητα ενός πληθυσμού έχει γαλουχηθεί σε ένα συγκεκριμένο αναληθές αφήγημα, τότε αυτό μπορεί να δράσει ως ισχυρός ενοποιητικός παράγοντας. Οι ηγεμόνες με επεκτατικές βλέψεις μπορούν βέβαια, να εκμεταλλευθούν τo γεγονός, επενδύοντας τις στρατιωτικές προσταγές τους με αυταπάτες που απορρέουν από το αφήγημα».
 «Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει συναίσθηση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στην κατασκευή του αφηγήματος που αποδέχεται ως αληθές' ούτε έχει επίγνωση της συναισθηματικής επιρροής που ασκούν αυτά τα αφηγήματα ή του γεγονότος ότι μπορούν να έχουν σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες».
 «Θα υπέθετε κανείς ότι ο σκοπός της ιστορικής διδασκαλίας θα ήταν να διδαχθεί ο λαός από το παρελθόν του προκειμένου να μπορέσει να προετοιμαστεί καλύτερα για το μέλλον. Εντούτοις, οι εθνικιστικές καταβολές της ιστορικής διδασκαλίας υποδηλώνουν κάτι διαφορετικό: την ύπαρξη μιας βαθύτερης δύναμης που αποσκοπεί στην οικοδόμηση μιας θετικής, πατριωτικής εξιστόρησης, η οποία ενισχύει την ομαδική συνοχή, εντείνει την αυτοδικαίωση και θρέφει την ιδέα της ανωτερότητας έναντι των άλλων- με άλλα λόγια, ενός ιδιοτελούς, αναληθούς ιστορικού αφηγήματος, ικανού να εκλογικεύει κάθε πράξη μας».
 «Κάθε λαός διαθέτει το δικό του αναληθές ιστορικό αφήγημα, και συνήθως φροντίζει να το υπερασπίζεται λυσσαλέα και να το αναβαθμίζει τακτικά. Τα αναληθή αφηγήματα παρέχουν ένα ισχυρό - και εξόχως μεροληπτικό- υποκείμενο σύστημα λογικής για την ερμηνεία των κοινωνικών και ιστορικών τάσεων και αναμφισβήτητων αληθειών. Κατ' ουσίαν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε δράση - σκοπούμενη, τρέχουσα ή τετελεσμένη. Συχνά στην κατασκευή τέτοιων αφηγημάτων ενέχεται η εξαπάτηση. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ψεύδονται συνειδητά όταν τα κατασκευάζουν. Αλλά από την στιγμή που έχουν κατασκευαστεί, τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα θα λειτουργούν ως ισχυρά μέσα ομαδικής αυτοεξαπάτησης. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει επίγνωση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στο αφήγημα που αποδέχεται ως αληθές». 


 Αποσπάσματα από το βιβλίο Η Μωρία Των Ανοήτων, του Robert Trivers, εκδ. Κάτοπτρο.
 Ο Ρόμπερτ Τρίβερς (19 Φεβρουαρίου 1943) είναι εξελικτικός βιολόγος και κοινωνιοβιολόγος. Στις αρχές της δεκαετίας του 70, έγραψε πέντε papers τα οποία άλλαξαν τον τρόπο που γινόταν ως τότε αντιληπτή η εξέλιξη. Μέσα από τη θεωρία του Δαρβίνου, εξήγησε πώς λειτουργεί η συνεργασία στους ανθρώπους, η ζήλια και η αίσθηση δικαιοσύνης. Ο πατέρας των όρων κοινωνιοβιολογία και βιοποικιλότητα, Ε. Ο. Wilson, έχει περιγράψει τον Τρίβερς ως έναν από τους πιο επιδραστικούς θεωρητικούς βιολόγους γύρω από την Εξέλιξη. Στο βιβλίο του «Η μωρία των ανοήτων» εξηγεί επιστημονικά τι συμβαίνει στον εγκέφαλο σε σχέση με αυτές την εξαπάτηση και την αυτοεξαπάτηση στα διάφορα είδη αλλά κυρίως στον άνθρωπο.         [Πηγή: www.doctv.gr]

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Γιατί τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν Ιστορία;


 Συνηθισμένο θέμα διαφόρων ρεπορτάζ κατά καιρούς είναι η άγνοια που μαστίζει τους εφήβους και τα νέα παιδιά για ιστορικά γεγονότα και κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας μας, σύγχρονης και παλαιότερης: η αρχαία Ελλάδα, η Επανάσταση του 1821, η κατοχή, ο εμφύλιος, η δικτατορία, το Πολυτεχνείο και πάει λέγοντας.
 Όπως λέει και η παροιμία, «με τον ήλιο τα μπάζω, με τον ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;». Τόσες και τόσες ώρες διδασκαλίας σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο και πάλι τίποτα! Ο μεγάλος ιστορικός Μαρκ Φερό, απαντώντας στο ερώτημα «ποια μαθήματα αντλούμε από την Ιστορία;», λέει ότι αυτά τα μαθήματα γλιστρούν σαν τη βροχή στο αδιάβροχο. Και προσθέτει: «Ασφαλώς, κάποια μορφή γεγονοτολογικής γνώσης κατορθώνει να επιπλεύσει, αλλά η αναστοχαστική κατανόηση δεν λειτουργεί ή λειτουργεί ανεπαρκώς».
 Ο προβληματισμός αυτός επανέρχεται με αφορμή τις συζητήσεις περί Μακεδονικού, φόντο του οποίου είναι το Ανατολικό Ζήτημα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
 Η διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) στο σχολείο έχει έναν αποσπασματικό χαρακτήρα, με (συνήθως) κακογραμμένα βιβλία, τα οποία, όπως διαπιστώνω και από τον γιο μου, εξακολουθούν να είναι εκτός πραγματικότητας και να μη συμβαδίζουν με το γνωστικό κεκτημένο των μαθητών σε κάθε τάξη. Συμπυκνωμένη, και άρα σχηματοποιημένη, γνώση-κονσέρβα προσφέρεται σε παιδιά που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το εννοιολογικό και ορολογικό περιεχόμενό της.
 Όπως και στα υπόλοιπα μαθήματα (π.χ. στην Εκθεση), το σχολείο απαιτεί από τα παιδιά ένα επίπεδο κατανόησης και γνώσης, στο οποίο έχει συμβάλει ελάχιστα έως καθόλου. Πώς μπορεί ένα δεκατετράχρονο παιδί να κατανοήσει τι είναι καπιταλισμός, μερκαντιλισμός και φυσιοκρατία, με κείμενο μιας σελίδας, το οποίο προϋποθέτει σειρά ολόκληρη γνώσεων; Μάλλον θα μοιάζει για τους μαθητές με κεφάλαιο μιας ξένης γλώσσας, το οποίο θα πρέπει να αποστηθίσουν και να παπαγαλίσουν στην τάξη και στις εξετάσεις.
 Εάν σε άλλες εποχές τα βιβλία προορίζονταν για το χτίσιμο του εθνικού μας μύθου, δηλαδή μιας αφήγησης σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στους άγριους της Δύσης και ο πολιτισμός μας έχει μια τρισχιλιετή αδιάσπαστη συνέχεια, σήμερα έχουν έναν περισσότερο μεταμοντέρνο χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει στην ασυναρτησία.

 Ποιος κερδίζει απ’ αυτό; Μα φυσικά οι «φρουροί» της εθνικής ορθότητας. Όταν η «άλλη» διδασκαλία της Ιστορίας κλονίζει τις υπάρχουσες και εδραιωμένες πεποιθήσεις περί έθνους και εθνικής αποστολής δίχως ένα καινούργιο νόημα, τότε το σταθερό σημείο ξαναγίνεται ο εθνικός μύθος και το ένδοξο παρελθόν. Έτσι όμως αφήνουμε τη νεολαία στο έλεος των κατ’ επάγγελμα πατριωτών, των εθνικιστών, των παπάδων και, τελικά, της Χρυσής Αυγής.

 Το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να διδάσκει ότι ο κόσμος αποτελεί συνισταμένη δυνάμεων, των οποίων η σύνθεση είναι το ζητούμενο. Ότι η ζωή είναι αλλαγή και άνοιγμα προς το νέο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε και όχι να οχυρωθούμε στις δάφνες ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος. Η νοσταλγία είναι πρώτα απ’ όλα άρνηση του παρόντος, φόβος απέναντι στην αλλαγή.
 Η μάθηση και η γνώση, οργανωμένες σε επιστημονικούς κλάδους –Ιστορία, Γεωγραφία, Φιλολογία κ.λπ.– δεν έχουν εσωτερική συνάφεια και καταλήγουν να είναι κλεισμένες σε κουτάκια, χωρίς καμία επικοινωνία. Το σχολείο πρέπει να ενοποιεί αυτές τις γνώσεις, δίνοντας νόημα στον κόσμο έξω απ’ αυτό. [Πηγή: efsyn]