Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

"Γηράσκω δ' αεί πολλά διδασκόμενος": Η πολιτική και οι πολιτικοί


 Η διακυβέρνηση της πολιτείας υποχρέωση των άξιων πολιτών

[Σωκράτης:] Γι' αυτόν λοιπόν, τον λόγο, είπα εγώ 1, οι άξιοι άνθρωποι 2 δεν επιδιώκουν την εξουσία 3 ούτε για τα χρήματα ούτε για τη δόξα 4· γιατί ούτε πληρωμένοι θέλουν να χαρακτηριστούν, εισπράττοντας φανερά μισθό για το αξίωμά τους, ούτε κλέφτες, αποκομίζοντας κρυφά κέρδος από αυτό. Ούτε πάλι για τη δόξα· γιατί δεν είναι φιλόδοξοι.   Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιος αναγκασμός γι' αυτούς και κάποια τιμωρία προκειμένου να θελήσουν να ασκήσουν εξουσία – έτσι που σχεδόν να θεωρείται ντροπή να αναλάβει κανείς με τη θέλησή του κυβερνητικό αξίωμα προτού να εξαναγκαστεί να το πράξει 5 – κι η πιο μεγάλη τιμωρία εδώ είναι να τον εξουσιάζει κάποιος χειρότερός του 6, αφού ο ίδιος δε θα έχει τη διάθεση να κυβερνά. 
 Από φόβο γι' αυτήν ακριβώς την τιμωρία 7 δέχονται κατά τη γνώμη μου να ασκήσουν εξουσία οι άξιοι άνθρωποι, όταν καμιά φορά συμβεί να πάρουν εξουσία στα χέρια τους, και αναλαμβάνουν τότε να κυβερνήσουν όχι με την ιδέα ότι τους περιμένει εκεί κάτι καλό ή ότι θα καλοπεράσουν αλλά σαν να προχωρούν σε κάτι που είναι ανάγκη να το πράξουν και που δεν έχουν κάποιους καλύτερούς τους ή έστω όμοιούς τους για να τους το αναθέσουν.

(Πλάτων, Πολιτεία, Α, 347 b-d)
[Πηγή: Ανθολόγιο Φιλοσοφικών Κειμένων (Γ Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)

 Σχόλιο: Βέβαια από τότε μέχρι τώρα έχουν παραμορφωθεί όλα... Έτσι στις μέρες μας οι λέξεις, οι σκέψεις, τα οράματα και οι ελπίδες για μια καλύτερη κοινωνία ανθρώπων δεν έχουν περιεχόμενο ουσιαστικό... Για παράδειγμα τότε η λέξη "πολίτης" ήταν τίτλος τιμής και η λέξη "ιδιώτης" ήταν βαριά βρισιά, χειρότερη ακόμα κι απ' το ηλίθιος...
 Σήμερα όμως η λέξη "πολίτης" σημαίνει κορόιδο, υποζύγιο, τεκμήριο φορολόγησης και η λέξη "ιδιώτης" σημαίνει "επενδυτής", αξιοσέβαστος καταχραστής του δημόσιου αγαθού, "επιτυχημένος μάγκας" που τα κονόμησε με την καπατσοσύνη του, δαιμόνιος "έμπορος" που διακινεί τόνους σκόνης για "πλυντήρια" παντός τύπου κι όχι μόνο miezens...
 Τότε έψαχναν τρόπους να αναδείξουν στην εξουσία τον ανιδιοτελή, το σοφό, τον άξιο άνθρωπο, σήμερα ψάχνουμε τρόπους να αναδείξουμε τους σφετεριστές της εξουσίας, το απόλυτο τίποτα, τους κουτοπόνηρους και τους ιδιοτελείς... 
 Από τότε μέχρι τώρα πέρασαν 2.500 χρόνια κι αντί να κάνουμε έστω κι έναν πόντο μπροστά κάναμε χιλιόμετρα πίσω... Κι αυτό το πετύχαμε ακολουθώντας παρατεταμένα τη μίζερη λογική: "Το μη χείρον βέλτιστον"...
Όμως με αυτή την πρακτική, είναι πιο λογικό να ελπίζει κάποιος στην ανάσταση νεκρών και στη μεταθανάτια ζωή, παρά στο "βέλτιστο"...  Έτσι καταλήξαμε στο "χείριστο"....               [Κ.Φ.]         

 

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία


 Στον Κωλέττη μπορεί να πιστωθεί και μία πρώτη αποκρυστάλλωση των φαυλοκρατικών χαρακτηριστικών του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
 Καλλιέργησε όσο κανείς προηγούμενός του τα σπέρματα της συναλλαγής και της πολιτικής διαφθοράς, ενώ ήταν ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που, διαχειριζόμενος τα κοινά, απέκτησε μεγάλη περιουσία. (630.000 δραχμές της εποχής εκείνης).
 Στόχος του Κωλέττη ήταν η «μακροβιότητα» των κυβερνήσεών του και όχι οι μεταρρυθμίσεις και η εθνική ανασυγκρότηση. Με τις αθρόες απολύσεις κομματικών αντιπάλων, τον διορισμό «ημετέρων», την κατοχύρωση των προνομίων των διαφόρων τοπαρχών και τις εκλογές βίας και νοθείας ήταν πράγματι ο πρώτος που διασφάλισε «μακρόβιες» κυβερνήσεις.
 Χαρακτηριστικό είναι το «ωρολόγιο» πρόγραμμά του: Μέχρι αργά το απόγευμα ασχολείτο με τη διεκπεραίωση ρουσφετιών, πρώτα στην κατοικία του και μετά στην έδρα της κυβερνήσεως.
 Στην διάρκεια των υπηρεσιακών συσκέψεων που επακολουθούσαν συνήθως κοιμόταν, ενώ απουσίαζε συστηματικά από τις συνεδριάσεις της Βουλής....
 Η συνέχεια στο βιβλίο... Ε Δ Ω 


....Και η "συνέχεια" στη ζωή μας ... Ε Δ Ω 

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Λόντον: Να γίνω μετεωρίτης


Μια συλλογή από αφορισμούς και στίχους του Τζακ Λόντον. Συν το περίφημο αναρχικό του διήγημα Η Σιδερένια Φτέρνα, για κατέβασμα ή ξεφύλλισμα...

 «ΖΩΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ να σου έρχονται καλά χαρτιά, αλλά να παίζεις τα κακά χαρτιά με καλό τρόπο».
 «ΑΝ ΣΥΝΘΛΙΨΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, αν την κρύψεις, αν δεν την υψώσεις σαν έμβλημα, αν μιλήσεις σε συνάθροιση χωρίς να την πεις ολόκληρη, τότε θα 'σαι λιγότερο αληθινός από αλήθεια».   «Η ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΠΝΟΣ για τον οποίο όλοι κάνουν τα πάντα».
 «ΕΝΑ ΚΟΚΑΛΟ ΣΤΟΝ ΣΚΥΛΟ δεν είναι φιλανθρωπία. Φιλανθρωπία είναι το κόκαλο που μοιράζεσαι με το σκύλο όταν πεινάς όσο κι αυτός».
 «ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΑΝΔΡΑ με τατουάζ και θα σου δείξω έναν άνθρωπο με ενδιαφέρον παρελθόν».
 «ΤΟ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ, σημαίνει λογική».
 «ΟΙ ΕΥΦΥΕΙΣ ΑΝΔΡΕΣ είναι σκληροί. Οι ανόητοι άνδρες είναι τερατωδώς σκληροί».
 «ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΣΤΕΚΕΣΑΙ στο πλευρό κάποιου παρά μόνος με τον εαυτό σου».
 «Ο ΑΝΔΡΑΣ ΣΠΑΝΙΑ ΔΙΝΕΙ μια ορθή εκτίμηση για το γυναικείο φύλο. Τουλάχιστον όχι μέχρι να το στερηθεί».
  «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ να έρθει η έμπνευση. Πρέπει να πας ξωπίσω της με ρόπαλο». «Καλύτερα να γίνω στάχτες παρά σκόνη. Προτιμώ να γίνω μετεωρίτης, κάθε άτομο μου να γίνει εκθαμβωτική λάμψη, απ' ό,τι ένας κοιμισμένος και παντοτινός πλανήτης. Ο προορισμός του ανθρώπου είναι να ζει, όχι να επιβιώνει. Δεν θα σπαταλήσω τις μέρες μου προσπαθώντας να τις παρατείνω. Θα αξιοποιήσω το χρόνο μου».

  Ο Τζακ Λόντον (12 Ιανουαρίου 1876-22 Νοεμβρίου 1916) ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Έγραψε περισσότερα από 50 βιβλία ενώ ήταν πρωτοπόρος στην αγορά της εμπορικής μυθιστοριογραφίας σε λαϊκά περιοδικά. Από τα πιο γνωστά του έργα είναι Ο Ασπροδόντης, Η Σιδερένια Φτέρνα, Το κάλεσμα της άγριας φύσης, Μάρτιν Ήντεν, Ο θαλασσόλυκος, Οι άνθρωποι της αβύσσου.

 Το μυθιστόρημα Η σιδερένια φτέρνα τάσσεται εναντίον της ολιγαρχίας, με πίστη στη σοσιαλιστική αλλαγή. Ο συγγραφέας ξεσκεπάζει το αδίστακτο πρόσωπο της άρχουσας τάξης και της εκκλησίας, όταν πρόκειται για θέματα κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης.
Μπορείτε να το ΚΑΤΕΒΑΣΕΤΕ  Ε Δ Ω                                                         [Πηγή: www.doctv.gr]




Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Ουμπέρτο Έκο: Η απώλεια της ιδιωτικότητας


 Το πρώτο πράγμα που τέθηκε σε κρίση από την παγκοσμιοποίηση των επικοινωνιών μέσω του Ίντερνετ, είναι η έννοια των συνόρων. Η έννοια των συνόρων είναι αρχαία όσο και το ανθρώπινο είδος, ή μάλλον, όσο όλα τα ζωικά είδη.
 Η ηθολογία μας διδάσκει ότι κάθε ζώο αναγνωρίζει γύρω από το ίδιο και τα όμοιά του μια σφαίρα σεβασμού, μια περιοχή μέσα στην οποία αισθάνεται ασφαλές και θεωρεί αντίπαλο όποιον διασχίσει αυτό το όριο. Η πολιτισμική ανθρωπολογία μας έδειξε ότι αυτή η προστατευτική σφαίρα ποικίλλει ανάλογα με τους πολιτισμούς, και για ορισμένους λαούς μια εγγύτητα του συνομιλητή που άλλοι λαοί θεωρούν έκφραση εμπιστοσύνη, θεωρείται εισβολή και επιθετικότητα.
 Σε ανθρώπινο επίπεδο, αυτή η ζώνη προστασίας εκτείνεται από το άτομο στην κοινότητα. Τα όρια -των πόλεων, της  περιοχής, του βασιλείου- θεωρούνταν ανέκαθεν μια συλλογική διεύρυνση των ατομικών σφαιρών προστασίας Ας αναλογιστούμε πόσο ο λατινικός τρόπος σκέψης επέμενε στην έννοια των συνόρων, σε σημείο μάλιστα ώστε να βασίσει τον μύθο της ίδρυσης του σε μια τέτοια παραβίαση της  περιοχής: ο Ρωμύλος χαράζει κάποια όρια και σκοτώνει τον αδερφό του, επειδή δεν τα σεβάστηκε.
 Ο Ιούλιος Καίσαρ, διασχίζοντας τον Ρουβίκωνα, αντιμετωπίζει την ίδια αγωνία που ίσως  ένιωσε ο Ρώμος πριν καταπατήσει το όριο που είχε χαράξει ο αδερφός του. Ξέρει ότι διασχίζοντας εκείνο το ποτάμι, εισβάλλει ένοπλα σε ρωμαϊκή περιοχή. Το αν μετά θα κατευθυνθεί προς το Ρίμινι, όπως κάνει στην αρχή ή θα βαδίσει προς τη Ρώμη, είναι άσχετο: η ιεροσυλία διαπράττεται τη στιγμή που διασχίζει τα σύνορα και είναι αμετάκλητη. Ο κύβος ερρίφθη.
 Οι Έλληνες ήξεραν τα όρια της πόλεως και αυτά τα όρια χαράσσονταν από τη χρήση της  ίδιας γλώσσας – ή των διάφορων διαλέκτων της. Οι βάρβαροι άρχιζαν εκεί όπου δεν μιλιούνταν πια τα ελληνικά.
 Μερικές φορές, η έννοια των (πολιτικών) συνόρων ήταν τόσο επίμονη ώστε να προκαλεί την ανέγερση ενός τείχους μέσα στην ίδια πόλη, προκειμένου να καθοριστεί ποιος ήταν από δω και ποιος από κει. Και, τουλάχιστον για τους Ανατολικογερμανούς, το να περάσουν τα σύνορα τους εξέθετε στην ίδια τιμωρία που βρήκε και ο μυθικός Ρώμος. Το παράδειγμα του Ανατολικού Βερολίνου μάς λέει στην ουσία κάτι που στην πραγματικότητα αφορά κάθε σύνορο. Το σύνορο όχι μόνο προστατεύει την κοινότητα από μια επίθεση ξένων, αλλά και από το βλέμμα τους. Τα τείχη και το γλωσσικό φράγμα μπορούν να χρησιμεύσουν σε ένα δεσποτικό καθεστώς για να κρατήσει τους υπηκόους του σε άγνοια γύρω απ’ τα όσα συμβαίνουν αλλού, αλλά εν γένει εγγυώνται στους πολίτες ότι οι πιθανοί εισβολείς δεν έχουν πληροφορίες για τα ήθη, για τα πλούτη, για τις εφευρέσεις, για τα συστήματα καλλιέργειάς τους. Το μεγάλο σινικό τείχος δεν προστάτευε μόνο τους υπηκόους του Βασιλείου του Ουρανού από τις εισβολές, αλλά διασφάλιζε και το μυστικό της παραγωγής του μεταξιού.
 Αντίστροφα, οι υπήκοοι ανέκαθεν πλήρωναν αυτή την κοινωνική μυστικοπάθεια αποδεχόμενοι την απώλεια της ιδιωτικής τους μυστικοπάθειας. Διαφόρου τύπου ανακρίσεις, κοσμικές ή Θρησκευτικές, είχαν δικαίωμα να παρακολουθούν τη συμπεριφορά και συχνά μάλιστα τις σκέψεις των υπηκόων, και ας μην μιλήσουμε για τους τελωνειακούς και φορολογικούς νόμους μέσω των οποίων θεωρούνταν πάντα σωστό ο ιδιωτικός πλούτος των πολιτών να είναι γνωστός στο κράτος.
 Με το Ίντερνετ η ίδια η έννοια του εθνικού κράτους μπαίνει σιγά σιγά σε κρίση. Το Ίντερνετ δεν είναι απλώς το μέσον που επιτρέπει να δημιουργηθούν διεθνείς και πολύγλωσσες chat lines. Σήμερα, μια πόλη της Πομερανίας μπορεί να αδελφοποιηθεί με ένα κέντρο της Εστρεμαδούρα, βρίσκοντας on line κοινά ενδιαφέροντα και εμπορικές συναλλαγές πέρα από τις εθνικές οδούς που ακόμα διασχίζουν σύνορα. Σήμερα, μέσα στα ακατάπαυστα κύματα των μεταναστών, είναι όλο και πιο εύκολο για μια μουσουλμανική κοινότητα της Ρώμης να συνδεθεί με μια μουσουλμανική κοινότητα του Βερολίνου.
 Ωστόσο, αυτή η πτώση των συνόρων προκάλεσε δύο αντίθετα φαινόμενα. Από τη μια, δεν υπάρχει πια εθνική κοινότητα που να μπορεί να εμποδίσει τους πολίτες της να γνωρίσουν αυτό που συμβαίνει σε άλλες χώρες και σύντομα θα είναι αδύνατο να εμποδίσεις τον πολίτη οποιοσδήποτε δικτατορίας να μαθαίνει σε πραγματικό χρόνο αυτό που συμβαίνει αλλού. Από την άλλη, η αυστηρή παρακολούθηση που ασκούν τα κράτη στις δραστηριότητες των πολιτών πέρασε σε άλλα κέντρα εξουσίας που είναι τεχνολογικά σε θέση (αν και όχι πάντα νόμιμα) να γνωρίζουν σε ποιον γράψαμε, τι αγοράσαμε, ποια ταξίδια κάναμε, ποιες είναι οι εγκυκλοπαιδικές παραξενιές μας και ακόμα και οι σεξουαλικές προτιμήσεις μας.
 Ακόμα και ο δύστυχος παιδεραστής του παλιού καιρού που προσπαθούσε, μες στον κλειστό κύκλο του χωριού του, να κρατήσει κρυφό το νοσηρό πάθος του, σήμερα ενθαρρύνεται να γίνει ακόμα και επιδειξίας, εκθέτοντας επικίνδυνα on line το επαίσχυντο μυστικό του. Το μεγάλο πρόβλημα του πολίτη που διαφυλάττει ζηλότυπα την ιδιωτική ζωή του, δεν είναι το να προφυλαχτεί από τους hackers, που δεν είναι περισσότεροι ή πιο επικίνδυνοι από τους παλιούς ληστές των δρόμων που λήστευαν κάποτε τους εμπόρους, αλλά από τα cookies και απ’ όλα τ’ άλλα τεχνολογικά θαύματα που επιτρέπουν τη συλλογή πληροφοριών για το άτομό μας.
 Μια πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή πείθει το παγκόσμιο κοινό ότι η κατάσταση του Μεγάλου Αδελφού έγκειται στο ν’ αποφασίσουν (με μια ελεύθερη, αν και αξιοθρήνητη, πράξη βούλησης) ορισμένα άτομα να αφήσουν τα ευτυχισμένα να κατασκοπεύουν πλήθη να τους παρακολουθούν. Αλλ’ αυτός δεν είναι ο Μεγάλος Αδελφός για τον οποίο μιλούσε ο Όργουελ. Ο Μεγάλος Αδελφός του Όργουελ μπαίνει σε λειτουργία από μια στενή νομενκλατούρα που κατασκοπεύει κάθε ατομική πράξη κάθε μέλους του πλήθους, ενάντια στις επιθυμίες όλων. Ο Μεγάλος Αδελφός του Όργουελ δεν είναι η τηλεόραση, όπου εκατομμύρια ηδονοβλεψίες κοιτάζουν ένα μόνο επιδειξία. Είναι το Πανόπτικον του Μπένθαμ, όπου πλήθος φρουροί παρατηρούν, απαρατήρητοι και αόρατοι, έναν και μόνο καταδικασμένο.
 Αλλά αν στο μυθιστόρημα του Όργουελ ο Μεγάλος Αδελφός ήταν μια αλληγορία για τον Πατερούλη Στάλιν, σήμερα ο Μεγάλος Αδελφός που μας παρατηρεί δεν έχει πρόσωπο και δεν είναι ένας, είναι το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Όπως και η Εξουσία του Φουκό, δεν είναι μια αναγνωρίσιμη οντότητα, αλλά είναι το σύνολο μιας σειράς κέντρων που δέχονται το παιχνίδι και αλληλοϋποστηρίζονται, σε σημείο ώστε, όποιος κατασκοπεύει από ένα κέντρο εξουσίας τους άλλους να ψωνίζουν σ’ ένα σούπερ μάρκετ, θα κατασκοπευτεί με τη σειρά του όταν θα πληρώνει το ξενοδοχείο με την πιστωτική του κάρτα. Όταν η Εξουσία δεν έχει πια πρόσωπο, γίνεται ανίκητη. Ή τουλάχιστον, είναι δύσκολο να την ελέγξεις.  [Πηγή: Αντικλείδι]



                                                                               ***
Umberto Eco:   (5 Ιανουαρίου 1932 – 19 Φεβρουαρίου 2016)  ήταν Ιταλός σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Ο Θεός δεν είναι μεγάλος


 Ο Βρετανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και αμφισβητίας Κρίστοφερ Χίτσενς εναντιώνεται στο φαινόμενο της θρησκείας...
 Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ (ΔΗΛΑΔΗ ΑΝΔΡΙΚΟ) ΕΠΙΝΟΗΜΑ.
 Η οργανωμένη μορφή της είναι βίαιη, συγγενική με τον ρατσισμό και τον σεχταρισμό, περιφρονεί τις γυναίκες, καταπιέζει τα παιδιά, οδηγεί σε αυταπάτες και ψυχώσεις. Το μήνυμά της είναι μήνυμα μόνιμης υποταγής και ευγνωμοσύνης. Οι θρησκείες εμφανίστηκαν όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν αγράμματοι και ακόμα και σήμερα απευθύνονται πρώτα στους πολλούς, που είναι φτωχοί, αμόρφωτοι και βρίσκονται σε σύγχυση. Οι πρώτοι πατέρες της πίστης (φρόντισαν να μην υπάρχουν μητέρες) ζούσαν σε μια εποχή αβυσσαλέας άγνοιας και φόβου. Σ' εκείνη την κλαψιάρικη νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου είδους, κλήθηκε να ικανοποιήσει την ανάγκη για γνώση, παρηγοριά και φυσικά την επιθυμία αποφυγής του θανάτου. Παραδόξως οι τρεις βασικές μονοθεϊστικές θρησκείες χαρακτηρίζονται από έναν «Παντοδύναμο» που έχει την τάση να εμφανίζεται σε αγράμματα πρόσωπα στη Μέση Ανατολή (κατεξοχήν τόπο προφητών, δεισιδαιμονιών και ειδωλολατριών) και σε απελπιστικά τοπικό πλαίσιο. Αυτοί οι επαρχιώτες ή ο θεός τους δεν φαίνεται να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει πέρα από την έρημο και τα κοπάδια τους. Μήπως τελικά εκείνος ήταν που δημιουργήθηκε κατ' εικόνα και ομοίωσή τους;
 Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ και ομοίωσή του, αλλά μάλλον συνέβη το αντίθετο, κάτι που αποτελεί την ανώδυνη εξήγηση για την πληθώρα θεών και θρησκειών και την αδελφοκτονία στο εσωτερικό των δογμάτων. Άλλωστε οι ίδιοι οι ιδρυτές αδυνατούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους στα στοιχειώδη. Αν προσθέσει κανείς όλους όσοι διεκδικούν καταγωγή από τον ιδρυτή μιας θρησκείας, το άθροισμά τους θα υπερέβαινε τον αριθμό των κομματιών του προφανώς εκατοντάδων μέτρων σταυρού (αν κρίνουμε από το «Τίμιο Ξύλο» που κυκλοφορεί) του Ιησού. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας η ελευθερία απιστίας ή επιλογής θρησκείας δεν υπήρχε. Οι κατατρομαγμένοι χωριάτες της αρχαιότητας θα πίστευαν ή στον έναν ή στον άλλον θεό.
 ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ  απαντά ο αρχέγονος φόβος πως η μισή ανθρώπινη φυλή είναι διεφθαρμένη και ακάθαρτη· η επιθυμία για μικροδιευθετήσεις αντιδικιών σε αγροτικά ζητήματα και η δικαιολογία για δουλεμπόριο και εθνοκάθαρση. Άλλωστε η θρησκεία έχει κάνει πάρα πολλούς ανθρώπους να συμπεριφέρονται χειρότερα απ' όσο οι άλλοι αλλά και να επιτρέπουν στον εαυτό τους ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά. Οι ευσεβείς πάντα θα καίνε ο ένας τις εκκλησίες, τα τεμένη και τις συναγωγές του άλλου. Αναρίθμητες περιπτώσεις αποδεικνύουν πως η θρησκεία λειτουργεί σαν ένας τεράστιος πολλαπλασιαστής φυλετικής καχυποψίας και μίσους και δεν διαφέρει σε τίποτα από τον ρατσισμό.
 ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΤΟ ΟΤΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ έχουν αντισταθεί σθεναρά σε κάθε προσπάθεια να μεταφραστούν τα ιερά κείμενά τους σε γλώσσες κατανοητές. Ακόμα και σήμερα κάθε μεταγραφή του Κορανίου στην καθομιλούμενη πρέπει να τυπώνεται παράλληλα με το αραβικό πρωτότυπο κι «αυτό θα έπρεπε να γεννάει υποψίες ακόμα και σε έναν ηλίθιο». Τα Ευαγγέλια αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμα και στα βασικά, στην περιγραφή π.χ. της «Σταύρωσης» ή της «Ανάστασης». Όλες φροντίζουν να φιμώνουν ή να εκτελούν όσους τις αμφισβητούν και αυτό αποτελεί μάλλον απόδειξη βαθιάς ανασφάλειας και αδυναμίας παρά δύναμης.
 ΣΥΧΝΟΤΑΤΑ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ. Η στάση τους έναντι της ιατρικής είναι συνήθως εχθρική: Την καταπολεμά μαζί με την επιστήμη γιατί σπάνε το μονοπώλιό της (είναι βολικότερο να διαδίδει πως οι ασθένειες αποτελούν θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες). Ιεχωβάδες και άλλοι χριστιανοί αρνούνται επείγουσα ιατρική περίθαλψη στα παιδιά τους· μουσουλμάνοι άφησαν πληθυσμούς σακατεμένους διαδίδοντας πως το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας αποτελεί μέρος μιας... πλεκτάνης του ΟΗΕ. Σ' ένα μεγάλο μέρος της ανιμιστικής και μουσουλμανικής Αφρικής νεαρά κορίτσια υποβάλλονται στο μαρτύριο της κλειτοριδεκτομής και πρόσδεσης του αιδοίου, ενώ τα αγόρια ακρωτηριάζονται σεξουαλικώς με την περιτομή. Ακόμα και στη Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα λαμβάνουν χώρα πρωτόγονοι ακρωτηριασμοί με τραγικά αποτελέσματα -ελάχιστοι θα άντεχαν να διαβάσουν τις σχετικές περιπτώσεις.
 ΕΔΩ ΥΠΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ Η ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΕΞ και ο φόβος που προκαλεί η αναπαραγωγική πράξη. Η σχέση θρησκευτικής βαρβαρότητας και σεξουαλικής καταπίεσης είναι άμεση. Το σεξ πρέπει να χάσει την απολαυστική του πλευρά. Αναρωτιέται όμως κανείς τι είδους θεοί είναι εκείνοι που αφού «ποίησαν τα πάντα εν σοφία», έδωσαν τη σεξουαλική ορμή στον άνθρωπο κι ύστερα την καταδίκασαν. Όταν οι νεαροί μουσουλμάνοι στερούνται κάθε σχέση με το αντίθετο φύλο και μαθαίνουν να προτιμούν το μαρτύριο της αποχαυνωτικής μηχανικής απαγγελίας του Κορανίου, το πρόβλημά τους δεν είναι ότι επιθυμούν παρθένους αλλά ότι οι ίδιοι είναι παρθένοι.
 ΟΙ ΜΟΝΟΘΕΪΣΤΕΣ ΠΑΡΕΝΟΧΛΟΥΝ ΣΥΝΕΧΩΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΟΥΣ, σαν να είναι κουφός -πώς όμως αυτοί, ένα απλό δημιούργημα του Θεού, γνωρίζουν τις προθέσεις εκείνου αλλά και τις επιθυμίες του σχετικά με συνήθειες, διατροφή και σεξουαλική ηθική; Η θρησκεία έχει αποδειχτεί εξαιρετικά παραβατική πάνω στο ένα και μοναδικό θέμα όπου δεν θα έπρεπε αποδεικνύοντας το αυτονόητο: Πως ηθική και ηθικότητα είναι εντελώς ανεξάρτητες απ' την πίστη. Και σε τελική ανάλυση ποιοι είναι οι κληρικοί για να ερμηνεύσουν τη φύση εν γένει; Έχουν αποδειχτεί ανίκανοι γι' αυτό. Σήμερα είναι αποδεδειγμένη η σύνδεση σωματικής και ψυχικής υγείας με τη σεξουαλική λειτουργία/δυσλειτουργία.
 Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ εξίσου καταστροφική. Μπέλφαστ, Βηρυτός, Βελιγράδι, Ιερουσαλήμ, Βαγδάτη, Ρουάντα. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη θα είχε λυθεί με ευκολία (δύο όμορα κράτη), αν δεν είχαν ανακατευτεί ραβίνοι και μουλάδες. Οι ορθόδοξοι έκαναν γαργάρα τους αμέτρητους ομαδικούς τάφους των ομόδοξων Σέρβων εγκληματιών πολέμου Κάραζιτς και Μλάντιτς. Οι εκκλησιαστικές αρχές πάντα είναι απρόθυμες να καταδικάσουν γεγονότα όπως οι δολοφονίες των μεταφραστών του Ράσντι (ενώ αντίθετα καταδίκασαν το έργο του!) και σπάνια παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης, δουλείας ή γενοκτονίας. Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Γκάντι, Μορμόνοι, ψευτομεσσίες. Η θρησκεία πάντα χρησιμοποιήθηκε για εδραίωση εξουσίας.
 ΔΙΟΛΟΥ ΤΥΧΑΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΥΡΑΝΝΙΕΣ, ΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΘΕΟΙ ή επικεφαλής εκκλησιών, ενώ τα ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν τους όρους της θρησκείας: Δουλική εξύμνηση του τέλειου ηγέτη, επιτήρηση και αποποίηση κάθε ιδιωτικότητας και ατομικότητας (και στο σεξ), καταγγελίες και τιμωρίες. Άλλοτε συμβάδισαν αρμονικά (ο Φασισμός πήγαινε παρέα με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που άλλωστε οργάνωσε και τη διαφυγή των ναζιστών στην Λατινική Αμερική -το απαρτχάιντ κραύγαζε τις χριστιανικές του αρχές), άλλοτε απλώς την αντικατέστησε (Σταλινισμός). Κάθε άπιστος θεωρήθηκε τρελός, εξ ου και ο εγκλεισμός των διαφωνούντων της Σοβιετικής Ένωσης σε φρενοκομεία.
 Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΠΑΝΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ επιθυμία να δει τα πάντα να διαλύονται και να ερειπώνονται, εξ ου και η εμμονή με τις «Δεύτερες Παρουσίες» και τις «Αποκαλύψεις». Το 2000 ήταν «ένα ακόμα οδόμετρο για ηλίθιους», ενώ με κάθε αφορμή, πλήθη εύπιστων ανεγκέφαλων ξεπουλούν τα υπάρχοντά τους ή παραδίδουν τις γυναίκες τους στον ηγέτη, ενόψει κάποια επερχόμενης καταστροφής. Όμως κάτι που δεν έχει φυσική εξήγηση, δεν σημαίνει πως έχει και υπερφυσική. Σ' αυτό τον κόσμο τίποτα δεν είναι παράξενο. Οι φυσικές «θεομηνίες» σίγουρα δεν συνιστούν παραβιάσεις των νόμων της φύσης, αλλά μάλλον οφείλονται στις αναπόφευκτες διακυμάνσεις στο εσωτερικό τους. Η ιδέα βέβαια πως οι συμφορές συνιστούν θεϊκή τιμωρία είναι πάντα χρήσιμη και χρησιμοποιείται με κάθε ευκαιρία ακόμα και σήμερα (δίδυμοι πύργοι, τυφώνας Κατρίνα).«Σήμερα ακόμα και το μικρότερο απ' τα παιδιά μου γνωρίζει περισσότερα για την φυσική τάξη απ' ότι οι “Πατέρες”... Γιατί δεν είναι ευτυχισμένοι όσοι πιστεύουν πως κάποιος πανάγαθος και παντοδύναμος δημιουργός τους έπλασε και τώρα τους επιτηρεί ακόμα κι όταν κοιμούνται; Μήπως τελικά αυτός ο δημιουργός δεν είναι κάποιος, αλλά μια συνεχής διαδικασία μεταλλαγών με πολύ περισσότερα τυχαία στοιχεία απ' όσο θα ήθελε η ματαιοδοξία των πιστών;».
 Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, τα θεμελιώδη βιβλία της περιέχουν κατάφωρα ψεύδη, συντηρούνταν με το ψέμα, τον φόβο, την άγνοια και την ενοχή. Η εποχή των προφητών, των μεγάλων θεολόγων και των θαυμάτων είναι μακριά. Ακόμα κι η τέχνη της ανάστασης πέθανε, εκτός αν εξ αρχής οι πηγές ήταν αναξιόπιστες. Οι επιστήμες της κειμενικής κριτικής, της αρχαιολογίας, της φυσικής και της μοριακής βιολογίας έχουν δείξει ότι οι θρησκευτικοί μύθοι είναι ψευδείς και επινοημένοι από τον άνθρωπο κι έχουν επιτύχει να παρουσιάσουν καλύτερες εξηγήσεις. Μάλιστα η ίδια η θρησκεία ερμηνεύεται πλέον με όρους «φυσικής επιστήμης». Τα φαινόμενα εξηγούνται με βιολογικούς όρους και στο ψυχολογικό πεδίο είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να πιστεύουν σε κάτι από το να μην πιστεύουν σε τίποτα. Αλλά μάλλον απλώς πιστεύουν στην πίστη.
 ΣΑΦΩΣ Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΚΛΕΙΨΕΙ ΠΟΤΕ, ή τουλάχιστον, όχι προτού οι άνθρωποι ξεπεράσουν τνο φόβο του αγνώστου, του θανάτου και του ενός για τον άλλο. Οι άνθρωποι είναι πάντα ελεύθεροι να ιδρύουν ή να ακολουθούν τη θρησκεία που τους ταιριάζει, ικανοποιεί ή κολακεύει. Αρκεί να μην κάνουν τόση φασαρία οι ιεροκήρυκες που ισχυρίζονται ότι ο δικός τους Μεσσίας και κανενός άλλου είναι εκείνος που οφείλει να δέχεται ο κόσμος με δουλοπρέπεια και δέος. Αρκεί να αφήσουν ήσυχους εκείνους που δεν «πιστεύουν» -πράγμα που ποτέ δεν κάνουν. Οι υπερασπιστές της ας συνεχίσουν να βασίζονται αποκλειστικά στην πίστη τους, όμως να έχουν το θάρρος ακριβώς αυτό να παραδεχτούν. Το αίσθημα δικαιοσύνης ας το επιβάλλει η συνείδηση, όχι κάποια θεϊκή οργή.
 Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΙΚΑΝΟΠΟΙΕΙΤΑΙ άριστα με μουσική, τέχνη, λογοτεχνία, ανθρώπινη επικοινωνία, φιλία, ψυχαγωγία. Η μελέτη της λογοτεχνίας μπορεί να αντικαταστήσει την παθητική εμμονή στα παραποιημένα και χαλκευμένα ιερά κείμενα και στις φανταστικές ηθικολογικές ιστορίες τους. Άλλωστε οι σπουδαίοι λογοτέχνες αντιμετωπίζουν τα μεγάλα ηθικά διλήμματα πολύ καλύτερα. Στον Σέξπιρ υπάρχει πολύ περισσότερη ηθική υπεροχή απ' όσο στο Ταλμούδ ή στο Κοράνι ή στο οποιοδήποτε χρονικό διενέξεων μεταξύ πρωτόγονων φυλών. Μπορούμε να ζούμε ηθικά χωρίς τη θρησκεία και κανένα μέρος της γης δεν μπορεί να είναι «ιερότερο» από τα υπόλοιπα. Κάθε στάση που δηλώνει υποταγή και παράδοση ανήκει στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους.
 Ο Βρετανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και αμφισβητίας Κρίστοφερ Χίτσενς (1949-2011), μέσα στο βιβλίο του «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος» (God is not great), χωρίς η γραφή του να φείδεται επιθετικών χαρακτηρισμών και κοσμητικών επιθέτων, εναντιώνεται στο φαινόμενο της θρησκείας. Θα περίμενε κανείς ο συγγραφέας (από τα βέλη τού οποίου δεν ξέφυγε ούτε η Μητέρα Τερέζα), να έχει ζήσει σε απόσταση από τις θρησκείες, αλλά όχι: Υπήρξε αγγλικανός, σπούδασε σε σχολείο μεθοδιστών, μεταστράφηκε λόγω γάμου στην Ορθοδοξία, ξανανυμφεύθηκε από ραβίνο. Ο Χίτσενς (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων σε ό,τι αφορά τα Γλυπτά τού Παρθενώνα και το Κυπριακό), μέσα από μια ευρύτατη γκάμα φιλοσοφικών και λογοτεχνικών αναφορών και σύγχρονων και παλαιότερων ιστορικών στοιχείων, επιθυμεί να τεκμηριώσει τον τίτλο του βιβλίου του.  [Πηγή: www.doctv.gr]

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Ντιντερό: Η οικουμενική ηθική


 ΛΕΤΕ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ, και θέλω πολύ να συμφωνήσω, όμως η οικουμενική αυτή ηθική δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενός τοπικού ή επιμέρους αιτίου. Υπήρξε η ίδια σε όλους τους περασμένους χρόνους, και θα είναι η ίδια στους επερχόμενους αιώνες. Δεν δύναται λοιπόν να έχει ως βάση τις θρησκευτικές απόψεις, οι οποίες από τις απαρχές του κόσμου μας, και από τον έναν πόλο της γης στον άλλο, πάντα ποίκιλλαν.
 ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΛΟΙΠΟΝ Ν’ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ τις απαρχές τούτης της τόσο σταθερής και τόσο διαδεδομένης ομοφωνίας της κρίσης, εν μέσω των αντιτιθέμενων και εφήμερων απόψεων; Σε ένα σταθερό και αιώνιο φυσικό αίτιο. Και πού ανευρίσκεται το αίτιο αυτό; Βρίσκεται στον ίδιο τον άνθρωπο, στην ομοιότητα της οργάνωσης του ενός ανθρώπου με τον άλλο, μια ομοιότητα στην οργάνωση που επισύρει εκείνη των αναγκών, των ίδιων ηδονών, των ίδιων βασάνων. Πηγή της ανάγκης της κοινωνίας ή μίας κοινής πάλης ενάντια στους κοινούς κινδύνους και που γεννιέται στα σπλάχνα της ίδιας της φύσης που απειλεί τον άνθρωπο από εκατό διαφορετικές πλευρές.
 ΙΔΟΥ Η ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΔΕΣΜΩΝ και των οικιακών αρετών. Ιδού η καταβολή των γενικών δεσμών και των δημοσίων αρετών. Ιδού η πηγή όλων των ατομικών συνθηκών και όλων των νόμων. Ιδού η αιτία της ισχύος τους σ’ ένα μικρό και επαπειλούμενο έθνος. Ιδού η αιτία της αδυναμίας τους σε ένα ήσυχο και εύπορο έθνος. Ιδού ο σχεδόν πλήρης εκμηδενισμός τους από το ένα έθνος στο άλλο.
 ΠΡΕΠΕΙ ΑΡΑΓΕ Ν’ ΑΡΠΑΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ οτιδήποτε μπορούμε ν’ αποσπάσουμε, είτε η πάλη μας ενάντιά της θα έπρεπε μήπως να αρκεστεί στο να μας διευκολύνει στον μικρό αριθμό των βασικών αναγκών τις οποίες εκείνη μας καθόρισε, τη στέγη, το ντύσιμο, το φαγητό, την αναπαραγωγή με τους ομοίους μας και την ασφαλή ανάπαυση;
 ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΟΛΑ Τ’ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΤΥΧΑΙΟΤΗΤΑ της υπερβολής του είδους μας, όπως οτιδήποτε υπερβαίνει τη φιλοδοξία μιας κάποιας τύχης, κι ανάμεσά μας η υπερβολή του ατόμου, δηλαδή ένα ασφαλές μέσο για να εξαθλιώνει κανείς τη ζωή του ασχολούμενος υπερβολικά ώστε να καταστεί ευτυχισμένος; Εάν όμως τούτες οι ιδέες ήταν αληθείς, πόσοι άνθρωποι θα έχουν βασανιστεί μάταια! Θα είχαν όντως χάσει τον πρωταρχικό στόχο, την πάλη ενάντια στη φύση.
 ΜΟΛΙΣ  Η ΦΥΣΗ ΗΤΤΗΘΕΙ, τα υπόλοιπα δεν είναι πλέον παρά επίδειξη, που μας στοιχίζει περισσότερα απ’ όσα μας αποδίδει.
 Από το βιβλίο του Ντενί Ντιντερό, Αποσπάσματα που ξεγλίστρησαν από το χαρτοφύλακα ενός φιλοσόφου, έκδοση Denis Diderot, Oeuvres completes, εκδ. Assezat. Επιλογή - μετάφραση: Α. Σταϊνχάουερ.
 Ο Ντενί Ντιντερό (5 Οκτωβρίου 1713-31 Ιουλίου 1784) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας. Σε όλα τα έργα του διέδιδε το πνεύμα του διαφωτισμού, άθεος και υλιστής ο ίδιος, ενάντια στη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία. Μαζί με τον Βολταίρο και τον Ρουσσώ, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Θεωρείται από τους πνευματικούς πατέρες της  γαλλικής επανάστασης.
[Πηγή: www.doctv.gr]
 Διαβάστε επίσης... Denis Diderot ... Αποφθέγματα... Ε Δ Ω 

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Η συμπαθητική και μάταιη μαγεία των ευχών


 Αν δεν υπήρχαν οι ευχές, ίσως ο κόσμος να ’ταν καλύτερος. Διότι η ευχή υποκαθιστά τη συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια «για κάτι το καλύτερο» με μια άνευ νοήματος μαγική επίκληση για το «καλώς έχειν των πραγμάτων». (Η παμπάλαια ομηρική λέξη «ευχή» είναι σύνθετη, και παράγεται από το «ευ» και το «έχω». Συνεπώς, ευχή σημαίνει «έχειν καλώς», και κατά προέκταση «επιθυμία για το έχειν καλώς» των ανθρώπων και των πραγμάτων).
 Όμως παρά την αρχαιότητα των ευχών, ο κόσμος συνεχίζει να «έχει κακώς» κι αυτό σημαίνει πως οι ευχές αποδείχτηκαν ολικά ανεπαρκείς για την τακτοποίηση των κακώς κειμένων. Ωστόσο, όλες οι γλώσσες είναι κατάφορτες από ένα ατέλειωτο ευχολόγιο, πράγμα που σημαδεύει επίμονα τον άνθρωπινο πόθο για κάτι το καλύτερο. Δηλαδή, ο ρόλος της ευχής σταματάει στην κατάδειξη της επιθυμίας για ευτυχία, χωρίς βέβαια να υποδεικνύει κανέναν τρόπο για την επίτευξή της.
 Η ευχή είναι μια έννοια όχι απλά μεταφυσική αλλά πρωτόγονα μαγική, που παραπέμπει στη «συμπαθητική μαγεία», δηλαδή στην πίστη του πρωτόγονου ανθρώπου πως είναι αρκετό να αναπαραστήσεις μια πράξη ή να εκφωνήσεις με ειδικό τρόπο το όνομα ενός πράγματος, κι αυτή η πράξη ή αυτό το πράγμα θ' αποκτήσουν αυτόματα υπόσταση.
 Παίρνουμε και δίνουμε ευχές με μια απίθανη ευκολία. Άλλωστε, οι ευχές δε στοιχίζουν τίποτα, σε αντίθεση με τα δώρα που πρέπει να τα αγοράσει κανείς. (Τόσο το δώρο όσο και η ευχή λειτουργούν ψυχολογικά με τον ίδιο ακριβώς μαγικό τρόπο. Τούτη τη μαγική λειτουργία του δώρου θα τη δούμε μια άλλη φορά).
 Η ευχητική δοσοληψία, καθώς και η δωροληψία, είναι μια υπόθεση καθημερινή, αλλά στις γιορτές έχουμε πάντα ένα ευχολογικό και δωροληπτικό «μπουμ». Διότι οι εορταστικές ημέρες έχουν μια «ιδιαιτερότητα», επίσης μαγικής τάξεως: Παρόλο που κι αυτές οι ημέρες έχουν εικοσιτέσσερις ώρες, παρόλο που κουβαλούμε και σ' αυτές τα καθημερινά-μας βάσανα, παρόλο που η δυστυχία-μας λόγω ανεργίας ή από άλλα αίτια διογκώνεται ψυχολογικά αυτές τις μέρες εξαιτίας της απαίτησης για ευτυχία που επιβάλλει η ίδια η έννοια της γιορτής, παρόλα αυτά τα πολύ πεζά πράγματα, συνεχίζουμε να πιστεύουμε αφελώς πως η μαγική ευχή στο μαγικό περιβάλλον της γιορτής θα λειτουργήσει με πολλαπλάσια ένταση.
 Δηλαδή, όπως και οι μάγοι, συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως αν εκφωνήσουμε την κατάλληλη λέξη (άμπρα - κατάμπρα) την κατάλληλη στιγμή όλα θα παν καλύτερα. Μόλις περάσει η γιορτή διαπιστώνουμε με αφελή έκπληξη πως τίποτα δεν πήγε καλύτερα, αλλά αυτό δε μας εμποδίζει καθόλου να περιμένουμε την επόμενη γιορτή, όπου η πανάρχαιη πράξη της «συμπαθητικής μαγείας» θα επαναληφτεί για μυριοστή φορά και πάλι επί ματαίω.
 Μ' αυτά και μ’ άλλα, ο βίος-μας τελειώνει κάποτε, και στο χείλος του τάφου φωνάζουμε τον παπά να «διαβάσει» για λογαριασμό μας, αφού εμείς δεν μπορούμε να διαβάσουμε πια, την τελευταία ευχή για τη σωτηρία μας. Μιας και οι ευχές δε μας ωφέλησαν σε τούτη τη ζωή, ας μας συνοδεύσουν τουλάχιστον στην άλλη, όπου είναι η πραγματική-τους θέση.
 Καθημερινά κολυμπάμε στο ευχητικό πέλαγος μιας ευκταίας ευτυχίας, που όλο κινάει να ’ρθει και ποτέ δε φτάνει. Και πώς να φτάσει με μαγικές επικλήσεις εκ του ασφαλούς και χωρίς αγώνα; Η ευτυχία δεν είναι «εκ του Θεού», είναι «εκ των ανθρώπων».  Πράγμα που το ξέρουν όλοι εκτός απ’ τους παπάδες και τους περί αυτούς που κατάφεραν ν’ ανταλλάξουν ταχυδακτυλουργικά την επίγεια δυστυχία-τους με την προσδοκώμενη ουράνια ευτυχία.
  Όμως , οι νορμάλ άνθρωποι γνωρίζουν πως ο ξορκισμός των «κακών πνευμάτων» επί της γης είναι υπόθεση περισσότερο επείγουσα απ' τον ξορκισμό των «κακών πνευμάτων» στον ουρανό. Και γι’ αυτό, κάνουν ευχές πριν καταλήξουν στις προσευχές.
 Η προσευχή είναι κι αυτή μια ευχή αλλά κατευθυνόμενη «προς»: το Θεό, τον Άγιο και γενικότερα προς μια «δύναμη» απρόσωπη και ασαφή. Και ακριβώς το απρόσωπο του παραλήπτη της προσευχής είναι που μας υποχρεώνει να τον στοχεύουμε πολύ προσεχτικά, προκειμένου να πετύχουμε τον αέναα κινούμενο στόχο.  Για τον ίδιο λόγο η ευχή-μας, αν θέλουμε να πάρει το πρόθεμα «προς» και να μετατραπεί σε προσευχή, πρέπει να εκτοξευτεί με πάρα πολύ μεγάλη δύναμη. Η αραιή «ψυχική ενέργεια» της ευχής είναι εντελώς ακατάλληλη για έναν τέτοιο σπουδαίο σκοπό.   Συνεπώς πρέπει να πυκνώσουμε τούτη την ενέργεια με την άσκηση και αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε μόνοι-μας δεν έχουμε παρά να συμβουλευτούμε επί του θέματος τις οδηγίες του Ιγνάτιου Λογιόλα, που έγραψε σχετική πραγματεία υπό τον τίτλο «Πνευματικές ασκήσεις» προς χρήση των Ιησουιτών μοναχών, αυτών που δια της Ιεράς Εξετάσεως παλούκωσαν ουκ ολίγους ανίκανους να προσευχηθούν με τον αρμόζοντα τρόπο. 
 Είδαμε, λοιπόν, πως η ευχή και η προσευχή είναι το ίδιο πράγμα. Η διαφορά έγκειται μόνο στον παραλήπτη της μαγικής επίκλησης: Η ευχή απευθύνεται σε ανθρώπους, η προσευχή σε θεούς και πνεύματα άμεσα εξαρτημένα απ' αυτούς. Φυσικά, πρέπει να τροποποιήσει κανείς το περιεχόμενο της μαγικής επίκλησης, για να μην μπερδευτούν οι παραλήπτες: Αν η προσευχή δεν είναι κατάλληλα διαμορφωμένη μπορεί να εκληφθεί ως ευχή και να την εισπράξει κατά λάθος κάποιος άνθρωπος. Σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση, θα διαπράξουμε το αμάρτημα της ειδωλωλατρείας ή προσωπολατρείας, πράγμα που είναι το ίδιο σε τελική ανάλυση.
 Το «καλημέρα», «καλησπέρα» και τα συναφή, καθώς και το «μπάι μπόι», «τσιάο», «αλό» και οι ανάλογοι ξενόγλωσσοι βαρβαρισμοί που πλούτισαν το ήδη πλούσιο ευχολόγιο της ελληνικής γλώσσας, δεν είναι παρά κοινές και καθημερινές ευχές —τόσο κοινές και καθημερινές που έχασαν πια το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο και μετατράπηκαν σε σκέτους ήχους. Έτσι το «καλημέρα», για παράδειγμα, δε σημαίνει ακριβώς «σας εύχομαι μίαν καλή ημέραν» αλλά «σας είδα»: Λέμε σε κάποιον «καλημέρα» για να δηλώσουμε, απλώς, πως βρίσκεται εδώ και λίγη ώρα εντός του οπτικού-μας πεδίου, ότι δηλαδή η παρουσία-του δεν πέρασε απαρατήρητη, πράγμα που θα ήταν απρέπεια. Όσο για την «καλή σου μέρα», γνωρίζουμε από πείρα πως το καλό ή το κακό της ημέρας του κυρίου που χαιρετίσαμε είναι τελείως άσχετο απ’ την ευχή μας. Άλλωστε, τίποτα δεν αποκλείει ο εν λόγω κύριος να βρεθεί κάτω απ' τους τροχούς ενός αυτοκινήτου αμέσως μετά την ευχή-μας —και παρά την ευχή-μας. Ακόμα, όλοι ξέρουμε από οδυνηρή εμπειρία πως είναι κουτό να λες καλημέρα και να το εννοείς, όταν και ο χαιρετών και ο χαιρετώμενος εισπνέουν το γνωστόν αθηναϊκόν νέφος, η καταστροφική ύπαρξη του οποίου απέχει άπειρες ρυπαντικές μονάδες απ' την αρχική μεταφυσική αφετηρία της ευχής.
 Η απομεταφυσικοποίηση λοιπόν όλων των ευχών είναι ένα γεγονός. Οι ευχές έχουν μετατραπεί σε κενούς τύπους ευγένειας, που ωστόσο διατηρούν αταβιστικά ένα μέρος από το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο, έτσι για να μην ξεχνάμε τον πρωτογονισμό-μας.
 Πάντως καλό είναι, τώρα στους πεζούς καιρούς-μας, για έγκυρες και αποτελεσματικές ευχές να καλείτε τον παπά. Αυτός, εκτός από το Ευχολόγιο (βιβλίο ιερό με ξόρκια δια πάσα νόσον και πάσα μαλακίαν) διαθέτει και το δυστυχώς παρακμασμένο Ευχέλαιον, που είναι ένα από τα εφτά μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πρόκειται όντως για ένα πολύ μυστηριώδες μυστήριο, μιας και σ’ αυτό η ευχή και το λάδι αποτελούν αμάλγαμα πολύ μεγάλης μαγικής δύναμης.
 Αν ούτε το Ευχέλαιο λύσει το επίμονο πρόβλημά σας, τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Είτε το πρόβλημά σας είναι τάξεως ψυχολογικής, οπότε θα χρειαστείτε ψυχίατρο — ψυχαναλυτή, είτε είναι τάξεως κοινωνικής, οπότε θα χρειαστεί να εγγραφείτε στο συνδικάτο ή σε κάποιο κόμμα. 
 Κείμενα στο Έθνος – Βασίλης Ραφαηλίδης [Πηγή: www.doctv.gr]


 ..Αντί σχολίου: Σας εύχομαι: ... Καλή "ανάπτυξη", καλή "πρόοδο", καλές "συντάξεις", καλούς "μισθούς", καλές "δουλειές", ... η δημοκρατία ΘΑ νικήσει, ... η δικαιοσύνη ΘΑ λάμψει,....
  Βασικά καλησπέρα σας.... Ε Δ Ω 
   

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Η κατάθλιψη είναι πολιτικό ζήτημα


 ΑΣ ΤΟ ΑΠΑΡΑΔΕΧΤΟΥΜΕ. O κόσμος όπως τον έχουμε φτιάξει είναι ένα εχθρικό μέρος για να ζούμε. Περισσότερα από 300 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από κατάθλιψη, με ανησυχητική αύξηση 20%  μέσα σε μια δεκαετία (2005-2015). Την ίδια στιγμή άλλα 260 εκατομμύρια υποφέρουν από αγχώδεις διαταραχές. Πολλοί υποφέρουν και από τις δύο. Ενώ στις αρχές του 2000 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) προέβλεπε ότι η κατάθλιψη θα γινόταν πρώτη αιτία ασθενειών το 2020 αυτή η πρωτιά ήρθε το 2016.
 Η ΑΓΩΝΙΑ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ:
 ΑΜΕΡΙΚΗ: Η διάγνωση ισχυρής κατάθλιψης αυξήθηκε στις ΗΠΑ κατά 33% μέσα σε πέντε χρόνια σύμφωνα με την Αμερικάνικη Ασφαλιστική Εταιρία Blue Cross Blue Shield (BCBS). Αυτή η αύξηση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης είναι ακόμα μεγαλύτερη μεταξύ των millennials (η ηλικιακή ομάδα που αποτελείται από τους γεννημένους μεταξύ 1981- 1996) κατά 47% και στους εφήβους με αύξηση κατά 47% για τα αγόρια και 65% για τα κορίτσια.
-Η αύξηση των αυτοκτονιών επίσης αποτελεί μια νέα τρομακτική πραγματικότητα. Η US Centers for Disease Control and Prevention δημοσίευσε μια έρευνα στις αρχές του Ιουνίου 2018 κατά την οποία δείχνει ότι οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν την τελευταία εικοσαετία μέχρι το 2016 κατά 25% σε ολόκληρη την Αμερική. Σε εικοσιπέντε Πολιτείες η αύξηση ήταν πάνω από 30% σύμφωνα με κρατικές εκθέσεις.
 ΕΥΡΩΠΗ: Σύμφωνα με συστηματικές στατιστικές έρευνες (Π.Ο.Υ., 2014) στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ισλανδία, Νορβηγία και Σουηδία το 27% του ενήλικου πληθυσμού (18-65) βίωσε τουλάχιστον μία ψυχική διαταραχή την περασμένη χρονιά (σε αυτές συνυπολογίζονται προβλήματα σχετικά με ναρκωτικές ουσίες, ψυχώσεις, κατάθλιψη, άγχος και διατροφικές διαταραχές). Αυτοί οι αριθμοί σημαίνουν ότι 83 εκατομμύρια υπέφεραν κα υποφέρουν. Όμως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σημειώνει ότι ακόμα κι αυτοί οι αριθμοί υποτιμούν το πρόβλημα αφού το περιορίζουν σε συγκεκριμένο αριθμό διαταραχών και δεν υπάρχουν πληροφορίες για όσους είναι πάνω από 65 ετών που αποτελούν μια ομάδα υψηλού ρίσκου.
 ΕΛΛΑΔΑ: Πανελλαδικές επιδημιολογικές μελέτες καταγράφουν αύξηση της μείζονος κατάθλιψης από 3,3% το 2008, σε 6,8% το 2009, 8,2% το 2011 και 12,3% το 2013. Στη συγκεκριμένη έρευνα, κατάθλιψη δήλωσε το 4,7% του πληθυσμού, ποσοστό αυξημένο κατά 80,8% σε σχέση με το ποσοστό του 2009 (2,6%). Ενώ σε παλαιότερες έρευνες η μείζων κατάθλιψη φαινόταν να επηρεάζει περισσότερο τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τους άγαμους, σε πιο πρόσφατες αυτό αλλάζει και τα άτομα νεότερης ηλικίας και οι έγγαμοι φαίνονται πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση μείζονος κατάθλιψης.
-Στο πλαίσιο της μελέτης Ε.ΜΕ.ΝΟ-Εθνική Μελέτη Νοσηρότητας και Παραγόντων Κινδύνου, που πραγματοποιήθηκε το 2014 βρέθηκε πως το ποσοστό των ατόμων με συμπτώματα κατάθλιψης ανήλθε στο 16% και εκείνων με συμπτώματα άγχους στο 24%, τα οποία είναι ανησυχητικά υψηλά και, σύμφωνα με τους ερευνητές, ενδεικτικά μεγάλης και συνεχούς διαχρονικής αύξησης. Επίσης, στο πλαίσιο της μελέτης επιβεβαιώθηκε η συσχέτιση του άγχους και της κατάθλιψης με την ανεργία.
-Αυξημένες πιθανότητες εκδήλωσης διαταραχής γενικευμένου άγχους εμφανίζονται να έχουν οι άνδρες, τα άτομα 25-44 ετών με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο, οι έγγαμοι και οι εργαζόμενοι.
 ΤΙ (ΜΑΣ) ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ; Γιατί αρρωσταίνουμε ψυχικά; Πώς έγινε και η κατάθλιψη (που περιλαμβάνει για σημαντικό χρονικό διάστημα θλίψη, κενό κι απελπισία, κόπωση, αίσθηση αναξιότητας, δυσάρεστες σκέψεις, αϋπνία, μεταβολή σωματικού βάρους και έλλειψη ενδιαφέροντος για τα πάντα) μπήκε στην καθημερινότητα μας; Πότε ακριβώς αρχίσαμε να χρειαζόμαστε φάρμακα για να κατευνάσουμε το τέρας της κατάθλιψης; Πότε αποφασίσαμε να βάλουμε τόσο ψηλά τον πήχη της τελειότητας ώστε όλοι να τον περνάμε από κάτω και να απελπιζόμαστε; Πότε ακριβώς θελήσαμε να ζήσουμε σε «αρμονία» με το σύμπαν. Πώς έγινε και η Δύση που δημιούργησε και βάσισε τον πολιτισμό της σε ανθρώπους που δεν ήταν ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, σε δημιουργούς που αισθανόντουσαν ατελείς τώρα να μας προτρέπει με μανία να είμαστε ένα εύρωστο Όλον;
 Από τις αρχές του 21ου αιώνα υπάρχει μια παγκόσμια πίεση να είμαστε καλά κι αυτό σημαίνει ευζωία και την ευημερία με κάθε κόστος και τίμημα. Ουσιαστικά μάς επιβάλλεται σαν κοινωνική νόρμα να είμαστε όχι απλώς καλά αλλά διαρκώς καλά: να αναβλύζουμε συνεχώς θετικότητα. Πρόκειται για μια μοντέρνα παγίδα που στρέφεται εναντίον μας. Στο κυνήγι της ευτυχίας, της χαράς και της κατανάλωσης συνεχώς υπολειπόμαστε. Η καλοπέραση ως εικοσιτετράωρη βάρδια εφτά μέρες την εβδομάδα δημιουργεί δυσφορία και κόπωση. Το σύνδρομο της Καλής Ζωής μας οδηγεί στην αναζήτηση της καλύτερης δίαιτας, στην πολιτική ορθότητα, στο εταιρικό χαμόγελο του συμμορφούμενου υπαλλήλου, στην απαίτηση για αιώνια νεότητα, στην προβολή μας στα κοινωνικά δίκτυα ως ξένοιαστης, ευτυχισμένης εικόνας διαφημιστικού γιαουρτιού ή μπύρας. Είναι ένας κόσμος που το να δείχνεις καλά έχει γίνει ίδιο με να αισθάνεσαι καλά. Τα οράματα της κοινωνικής αλλαγής έχουν αντικατασταθεί από τις επιδιώξεις και την προσπάθεια της ατομικής μεταμόρφωσης και ο πολιτικός διάλογος έχει αντικατασταθεί από αδιάφορες ηθικολογίες και κοινότοπα new age τσιτάτα καλής ζωής.
 Το πρόβλημα όμως είναι πολιτικό. O καπιταλισμός -που πλέον δεν αποτελεί σύστημα αφού έχει εκτροχιαστεί σε ένα πρωτόγονο δαρβινισμό όπου ο ισχυρότερος επιβάλλει το δίκιο του πάνω στον ανίσχυρο- επιμένει ν’ αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία σαν ένα φυσικό φαινόμενο όπως ο καιρός. Όμως ο καιρός όπως έχουμε αντιληφθεί δεν είναι πλέον φυσικό γεγονός όσο πολιτικο-οικονομικό αποτέλεσμα. Στις δεκαετίες του 1960 και 70 φιλόσοφοι όπως ο Laing, ο Foucault, ο Deleuze και ο Guattari πρότειναν καινοτόμες θεωρίες αντιμετωπίζοντας διανοητικές εκδηλώσεις όπως η σχιζοφρένεια ως πολιτικό αποτέλεσμα.
 Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι να πολιτικοποιήσουμε ακόμα περισσότερες κοινές διαταραχές. Η ευρεία αποδοχή τους είναι καθεαυτό ένα ζήτημα: στη Βρετανία η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται από το Σύστημα Υγείας. Ο Oliver James στο βιβλίο του The Selfish Capitalist, συσχετίζει πειστικά το αυξανόμενο ποσοστό ψυχικών δυσλειτουργιών με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του καπιταλισμού που ασκείται σε χώρες όπως η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία.
 Στην ίδια γραμμή με τον Oliver και o James Mark Fisher (στο Capitalist Realism: Is There No Alternative) υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να επανεξετάσουμε το αυξανόμενο πρόβλημα του άγχους και της κατάθλιψης στις καπιταλιστικές κοινωνίες. «Αντί να θεωρούμε ότι κάθε άτομο πρέπει να αναλάβει το ίδιο το βάρος της επίλυσης του άγχους του, αντί δηλαδή να αποδεχτούμε την τεράστια ιδιωτικοποίηση του άγχους τα τελευταία τριάντα χρόνια χρειάζεται να αναρωτηθούμε: πώς έχει γίνει αποδεκτό τόσοι πολλοί άνθρωποι και ειδικά τόσοι πολλοί νέοι να είναι άρρωστοι;».
 Η σημερινή πραγματικότητα αρνείται την κοινωνική αιτία των ψυχικών ασθενειών. Η χημειο-βιολογικοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες που θεωρεί ότι οι σκέψεις και η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα βιολογικού προγραμματισμού ότι δηλαδή είμαστε μαριονέτες της εξέλιξης δεν αφήνει κανένα περιθώριο για πολιτικοποίηση. Η αντίληψη ότι οι ψυχικές ασθένειες είναι ατομικό χημειο-βιολογικό πρόβλημα συμφέρει τον καπιταλισμό γιατί καταρχάς ενισχύει την εξατομίκευση –είσαι άρρωστος εξ αιτίας της χημείας του εγκεφάλου σου- και δεύτερον προσφέρει μια κερδοφόρα διεθνή αγορά στην οποία πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες πουλάνε αντικαταθλιπτικά. «Εάν είναι αλήθεια ότι η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα χαμηλών επιπέδων σερετονίνης χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί κάποιοι έχουν χαμηλά επίπεδα σερετονίνης. Χρειαζόμαστε μια κοινωνική και πολίτική εξήγηση. Είναι χρέος μας να επαναπολιτικοποιήσουμε τις ψυχικές ασθένειες και μάλιστα επείγον εάν η αριστερά θέλει να αμφισβητήσει την καπιταλιστική πραγματικότητα» λέει ο James Mark Fisher.
 Οικοδομούμε μια λιπόθυμη κοινωνία, χωρίς πάθη, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς προσπάθεια, από την οποία έχουν εξοστρακιστεί ο θάνατος και η φθορά, χωρίς έντονα αισθήματα, με την υποδόρια προτροπή γίνε πλούσιος και διάσημος μέχρι τα 25 χωρίς προσπάθεια και αξίες. «Δεν μου αρέσει η εικόνα μιας βιολογικής, υγιεινολογικής, ασηπτικής, αποστειρωμένης κοινωνίας» είπε ο Jacques Derrida.
  Η εικόνα της εποχής μας είναι μια καταθλιπτική εικόνα: η Κιμ Καρντάσιαν με την έντονη στεατοπυγία κολυμπάει σε δολάρια σε μια τεράστια τηλεοπτική οθόνη ενώ οι θεατές της στέλνουν εκατομμύρια καρδούλες φθονώντας την. Ο κόσμος που δεν ανεμίζει καμία ιδέα, που όλα πουλιούνται και τίποτα δεν έχει αξία δημιουργεί φτήνια, αγριότητα, ανταγωνισμό και αρρώστια, ενώ το σλόγκαν να «είσαι ο εαυτός σου» υπονοεί ύπουλα ότι ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του και κανενός δεν αυξάνεται η σερετονίνη όταν καθημερνά αγκαλιάζει το τέρας.
[Πηγή: www.doctv.gr]

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Ο Προυστ είπε


 Η επιθυμία για κάτι τα κάνει όλα να ανθίζουν. Η απόκτηση αυτού του κάτι τα κάνει όλα να μαραίνονται και να ξεθωριάζουν.
 Είναι η φαντασία μας που ευθύνεται για τον έρωτα, όχι το άλλο πρόσωπο.
 Η αγάπη είναι ο χώρος και ο χρόνος που μετριούνται με την καρδιά.
 Αν μια μικρή ονειροπόληση είναι επικίνδυνη, η θεραπεία δεν είναι να ονειρευόμαστε λιγότερο, αλλά να ονειρευόμαστε περισσότερο, να ονειρευόμαστε όλη την ώρα.
 Οι άνθρωποι θέλουν να μάθουν να κολυμπούν και ταυτόχρονα να κρατούν τα πόδια τους στη στεριά.
 Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν πολλά διαφορετικά πάθη. Το αληθινό είναι αυτό για χάρη του οποίου είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους άλλους.
 Οτιδήποτε μεγάλο στον κόσμο προέρχεται από τους νευρωτικούς. Αυτοί μόνο έχουν θεμελιώσει τις θρησκείες μας και έχουν δημιουργήσει τα μεγάλα αριστουργήματα.
 Ο έρωτας είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο μικρή σημασία έχει για μας η πραγματικότητα.
 Οι άνθρωποι που δεν είναι ερωτευμένοι, δεν καταλαβαίνουν πως έναν έξυπνος άντρας μπορεί να υποφέρει πραγματικά από μία συνηθισμένη γυναίκα. Είναι σα να εκπλήσσεσαι που η χολέρα μπορεί να προσβάλλει τους πάντες.
 Σε ένα χωρισμό, αυτός που δεν είναι πραγματικά ερωτευμένος είναι εκείνος που λέει τα πιο τρυφερά λόγια.
 Η ευτυχία θεραπεύει το σώμα, μόνο η θλίψη αναπτύσσει τη δύναμη του νου.
 Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.
 Όλες οι οριστικές μας αποφάσεις λαμβάνονται ενώ βρισκόμαστε σε μια ψυχολογική κατάσταση που δεν διαρκεί πολύ.
 Το ταξίδι της ανακάλυψης δεν σημαίνει να ψάχνεις καινούργια μέρη αλλά να έχεις καινούργια μάτια.
 Τα ψέματα είναι απαραίτητα στον άνθρωπο. Είναι -ίσως- εξίσου σημαντικά με την αναζήτηση της ηδονής και, επιπλέον, υπαγορεύονται από αυτήν την αναζήτηση.
 Μην περιμένεις τη ζωή. Μην κάνεις όνειρα γι’ αυτήν. Έχε στο μυαλό σου, ανά πάσα στιγμή, ότι το θαύμα βρίσκεται στο εδώ και στο τώρα.
 Ο Χρόνος που αλλάζει τους ανθρώπους δεν αλλάζει την εντύπωση που έχουμε γι’ αυτούς.
 Οι αληθινοί παράδεισοι είναι οι παράδεισοι που έχουν χαθεί.
 Η ασθένεια είναι ο πιο πειστικός γιατρός. Στην καλοσύνη και στη σοφία δίνουμε μόνο υποσχέσεις. Στον πόνο υπακούμε.
 Δεν μας απονέμεται η σοφία. Πρέπει να την ανακαλύψουμε μόνοι μας, μετά από ένα ταξίδι που κανένας δεν μπορεί να κάνει για λογαριασμό μας ή να μας γλιτώσει από αυτό. 
 Ο Μαρσέλ Προυστ (10 Ιουλίου 1871-18 Νοεμβρίου 1922) ήταν Γάλλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός. Γόνος πλούσιας οικογένειας άρχισε από νωρίς να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα. Σπούδασε στο λύκειο Κοντορσέ και στη σχολή Πολιτικών Επιστημών. Όσο χρόνο φοιτούσε, δημοσίευε χρονογραφήματα σε περιοδικά. Το πρώτο επίσημο έργο του εκδόθηκε το 1896 με πρόλογο του Ανατόλ Φρανς και με τον τίτλο «Οι ηδονές και οι ημέρες». Το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», που αποτελεί ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα, είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας. Στο έργο αυτό εμφανίζονται θέματα της νοσταλγίας του για την παιδική ηλικία, του έρωτα, της ζήλιας και του υπαινικτικού χαρακτήρα μερικών «στιγμών» που φαίνονται να ανοίγουν μία μυστηριώδη προοπτική προς μία απόλυτη πραγματικότητα.
 [Πηγή: www.doctv.gr]

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

Δεν υπάρχει κάποιο απύθμενο μυστήριο της ζωής


 «Δεν θα υπάρξει δεύτερη ευκαιρία που θα μας δοθεί άνωθεν. Είμαστε αυτοδημιούργητοι, ανεξάρτητοι, μόνοι»...

«Η ανθρωπότητα εμφανίστηκε από μόνη της, μέσω μιας σειράς επάλληλων συμβάντων κατά την εξέλιξη. Δεν είμαστε προκαθορισμένοι να εκπληρώσουμε κάποιον σκοπό· ούτε έχουμε να δώσουμε λόγο σε οποιαδήποτε δύναμη πέρα από τον εαυτό μας. Θα μας σώσει μόνο η σοφία που βασίζεται στην αυτεπίγνωση και όχι η ευλάβεια.
 Δεν θα υπάρξει εξιλέωση ή δεύτερη ευκαιρία που θα μας δοθεί άνωθεν. Είναι ανόητο να θεωρούμε τον πλανήτη μας προσωρινό σταθμό προς έναν καλύτερο (επουράνιο) κόσμο. Μόνο αυτόν έχουμε να κατοικούμε και τούτο το νόημα να ξεδιπλώσουμε».
 Δεν υπάρχει κάποιο απύθμενο μυστήριο της ζωής. Δαίμονες και θεοί δεν διεκδικούν την αφοσίωσή μας. Αντιθέτως, είμαστε αυτοδημιούργητοι, ανεξάρτητοι, μόνοι και εύθραυστοι· ένα βιολογικό είδος προσαρμοσμένο να ζει σε έναν βιολογικό κόσμο.
 Αυτό που έχει σημασία για τη μακροχρόνια επιβίωσή μας είναι η ευφυής αυτεπίγνωση, βασισμένη σε μεγαλύτερη ανεξαρτησία σκέψης από όση γίνεται ανεκτή σήμερα ακόμη και στις πιο προηγμένες δημοκρατικές κοινωνίες μας..

 Ο Έντουαρντ Όσμπορν Γουίλσον (Edward Osborne Wilson, 10 Ιουνίου 1929), είναι Αμερικανός βιολόγος, ερευνητής στην κοινωνιοβιολογία, τη βιοποικιλότητα και τη νησιωτική βιογεωγραφία, και συγγραφέας. Έχει αναπτύξει θεωρίες για τη σύμπραξη των επιστημών («σύναλμα») και τη βιοφιλία. Η ερευνητική του ειδικότητα ως βιολόγος είναι η μελέτη των μυρμηγκιών, στην οποία θεωρείται ο κορυφαίος ειδικός στον κόσμο. Ο Γουίλσον αποκαλείται και ως «πατέρας της κοινωνιοβιολογίας» και της μελέτης της βιοποικιλότητας. Οι θέσεις του υπέρ του περιβάλλοντος και οι ουμανιστικές και ντεϊστικές του θέσεις σχετίζονται με ηθικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα. Έχει κερδίσει δύο φορές το Βραβείο Πούλιτζερ για μη μυθοπλαστικά έργα (Η ανθρώπινη φύση – 1979, Τα μυρμήγκια - 1991) και έχει τρία μπεστ-σέλερ των New York Times, (The Social Conquest of Earth,  Letters to a Young Scientist, The Meaning of Human Existence). [Πηγή: www.doctv.gr]

Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

Η Μωρία Των Ανοήτων



«Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα είναι τα ψέματα που λέμε για το παρελθόν μας. Οι συνήθεις στόχοι είναι ο αυτοεκθειασμός και η αυτοδικαιολόγηση. Δεν είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι ξεχωριστοί' το ίδιο ισχύει για τις πράξεις μας και για τις πράξεις των προγόνων μας. Δεν συμπεριφερόμαστε ποτέ ανήθικα, οπότε δεν χρωστάμε τίποτε σε κανέναν.
 Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα λειτουργούν ως ένα είδος ομαδικής αυτοεξαπάτησης, από την άποψη ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στο ίδιο ψέμα. Αν η πλειονότητα ενός πληθυσμού έχει γαλουχηθεί σε ένα συγκεκριμένο αναληθές αφήγημα, τότε αυτό μπορεί να δράσει ως ισχυρός ενοποιητικός παράγοντας. Οι ηγεμόνες με επεκτατικές βλέψεις μπορούν βέβαια, να εκμεταλλευθούν τo γεγονός, επενδύοντας τις στρατιωτικές προσταγές τους με αυταπάτες που απορρέουν από το αφήγημα».
 «Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει συναίσθηση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στην κατασκευή του αφηγήματος που αποδέχεται ως αληθές' ούτε έχει επίγνωση της συναισθηματικής επιρροής που ασκούν αυτά τα αφηγήματα ή του γεγονότος ότι μπορούν να έχουν σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες».
 «Θα υπέθετε κανείς ότι ο σκοπός της ιστορικής διδασκαλίας θα ήταν να διδαχθεί ο λαός από το παρελθόν του προκειμένου να μπορέσει να προετοιμαστεί καλύτερα για το μέλλον. Εντούτοις, οι εθνικιστικές καταβολές της ιστορικής διδασκαλίας υποδηλώνουν κάτι διαφορετικό: την ύπαρξη μιας βαθύτερης δύναμης που αποσκοπεί στην οικοδόμηση μιας θετικής, πατριωτικής εξιστόρησης, η οποία ενισχύει την ομαδική συνοχή, εντείνει την αυτοδικαίωση και θρέφει την ιδέα της ανωτερότητας έναντι των άλλων- με άλλα λόγια, ενός ιδιοτελούς, αναληθούς ιστορικού αφηγήματος, ικανού να εκλογικεύει κάθε πράξη μας».
 «Κάθε λαός διαθέτει το δικό του αναληθές ιστορικό αφήγημα, και συνήθως φροντίζει να το υπερασπίζεται λυσσαλέα και να το αναβαθμίζει τακτικά. Τα αναληθή αφηγήματα παρέχουν ένα ισχυρό - και εξόχως μεροληπτικό- υποκείμενο σύστημα λογικής για την ερμηνεία των κοινωνικών και ιστορικών τάσεων και αναμφισβήτητων αληθειών. Κατ' ουσίαν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε δράση - σκοπούμενη, τρέχουσα ή τετελεσμένη. Συχνά στην κατασκευή τέτοιων αφηγημάτων ενέχεται η εξαπάτηση. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ψεύδονται συνειδητά όταν τα κατασκευάζουν. Αλλά από την στιγμή που έχουν κατασκευαστεί, τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα θα λειτουργούν ως ισχυρά μέσα ομαδικής αυτοεξαπάτησης. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει επίγνωση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στο αφήγημα που αποδέχεται ως αληθές». 


 Αποσπάσματα από το βιβλίο Η Μωρία Των Ανοήτων, του Robert Trivers, εκδ. Κάτοπτρο.
 Ο Ρόμπερτ Τρίβερς (19 Φεβρουαρίου 1943) είναι εξελικτικός βιολόγος και κοινωνιοβιολόγος. Στις αρχές της δεκαετίας του 70, έγραψε πέντε papers τα οποία άλλαξαν τον τρόπο που γινόταν ως τότε αντιληπτή η εξέλιξη. Μέσα από τη θεωρία του Δαρβίνου, εξήγησε πώς λειτουργεί η συνεργασία στους ανθρώπους, η ζήλια και η αίσθηση δικαιοσύνης. Ο πατέρας των όρων κοινωνιοβιολογία και βιοποικιλότητα, Ε. Ο. Wilson, έχει περιγράψει τον Τρίβερς ως έναν από τους πιο επιδραστικούς θεωρητικούς βιολόγους γύρω από την Εξέλιξη. Στο βιβλίο του «Η μωρία των ανοήτων» εξηγεί επιστημονικά τι συμβαίνει στον εγκέφαλο σε σχέση με αυτές την εξαπάτηση και την αυτοεξαπάτηση στα διάφορα είδη αλλά κυρίως στον άνθρωπο.         [Πηγή: www.doctv.gr]

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Η τέχνη να λέμε όχι


 Ποιες είναι οι λέξεις-κλειδιά που μας είναι αναγκαίες για να προσανατολιστούμε μέσα στη σύγχυση των καιρών μας; Το ερώτημα αυτό απηύθυνε ο συντάκτης της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica» Φράνκο Μαρκοάλντι στον μεγάλο κριτικό και στοχαστή Τζορτζ Στάινερ. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο Στάινερ.

«Θα ξεκινούσα από μια από τις πιο απλές και πιο μικρές λέξεις του λεξιλογίου: τη λέξη "όχι". Έχουμε χάσει την τέχνη να λέμε "όχι". Όχι στην ωμότητα της πολιτικής, όχι στην τρέλα των οικονομικών αδικιών που μας περιβάλλουν, όχι στην εισβολή της γραφειοκρατίας στην καθημερινή μας ζωή. Όχι στην ιδέα ότι μπορούν να γίνονται αποδεκτοί ως φυσιολογικοί οι πόλεμοι, η πείνα, η παιδική σκλαβιά. Υπάρχει μια πελώρια ανάγκη να ξαναρχίσουμε να προφέρουμε αυτή τη λέξη. Κι όμως, είμαστε ανίκανοι γι' αυτό.
 Πιστέψτε με, τρομάζω μπροστά στην ενδοτικότητα τόσων καθώς πρέπει προσώπων, που έχουν μεταμορφωθεί σε πρωταθλητές της μοιρολατρίας. Που δηλώνουν ανοιχτά το σκεπτικισμό τους σχετικά με το ανώφελο της διαμαρτυρίας, λες και το να διαμαρτύρεται κανείς έχει γίνει κάτι το ενοχλητικό.
 Οι μεγαλύτερες όμως προσωπικότητες του καιρού μας, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Βάτσλαβ Χάβελ, δεν ένιωσαν ποτέ αυτόν τον τύπο της ενόχλησης. Ωστόσο, η οικογένεια και το σχολείο, για να μη μιλήσουμε για όλο το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μεταδίδουν συστηματικά αυτόν τον ιό. Μας προδιαθέτουν για τον πιο ολικό κομφορμισμό.
 Γι' αυτό είναι θεμελιώδες να ξαναρχίσουμε την αντίσταση ενάντια στα ψεύτικα είδωλα του καιρού μας. Ξεκινώντας από το κυριότερο: το χρήμα. Χρειάζεται να αντισταθούμε στο φασισμό του χρήματος. Μιλώ για φασισμό, γιατί δεν βρίσκω πιο κατάλληλο όρο για να περιγράψω την καταιγιστική διάδοση μιας λογοκριτικής και δεσποτικής εξουσίας. Σήμερα όλα μυρίζουν χρήμα.
 Η ίδια η πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του χρήματος. Κάτι γνωρίζετε γι' αυτό εσείς στην Ιταλία. Αλλά και άλλα έθνη δεν είναι απρόσβλητα από τον κίνδυνο μιας τέτοιας παρέκκλισης. Σας αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα: Πρόσφατα είδαμε να κλείνουν τράπεζες και εργοστάσια. Είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα να χάνουν τη δουλειά τους και ταυτόχρονα παρακολουθήσαμε το επαίσχυντο θέαμα των διευθυντικών στελεχών που αποχωρούσαν εισπράττοντας πελώρια ποσά ως μπόνους.
 Δεν είναι απόλυτο αίσχος; Θα ευχόμουν μπροστά σε όλα αυτά να υψωνόταν ισχυρό από τους δρόμους και τις πλατείες το "όχι". Αντίθετα, όμως, κυριάρχησε η συνήθης θλιβερή παθητικότητα. Προφανώς το άτομο παραμένει παθητικό επειδή έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σχηματισμό ανώνυμων δυνάμεων τόσο ισχυρό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.
 Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος παράγοντας που δεν πρέπει να τον λησμονάμε: η καταστροφή των ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, ξεκινώντας από το μαρξισμό στις διάφορες πολιτικές εφαρμογές του, άφησε πίσω της καμένη γη. Και η καταστροφή δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και πολιτισμική.
 Για να συνεννοούμαστε: η Ιταλία χωρίς τον Γκράμσι είναι μια ακρωτηριασμένη χώρα, μια αγνώριστη χώρα. Βλέπετε, όταν ήμουν νέος, οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να κάνουν αυτά που εγώ αποκαλώ "δημιουργικά" λάθη. Επειδή στη ζωή ενός νέου είναι θεμελιώδες το να μπορεί να κάνει λάθη, για να δημιουργεί μιαν έντονη και παθιασμένη ζωή. Σήμερα αυτό δεν είναι πλέον δυνατό. Και είναι τρομερό να σκεφτούμε ένα δεκαοχτάχρονο που βλέπει να του αρνούνται κάθε ιδεολογικό και ουτοπικό ενθουσιασμό.
 Υπάρχει ένα μικρό επεισόδιο που για μένα αντιπροσώπευε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Ήμασταν στον καιρό του ανταρτοπόλεμου στη Λατινική Αμερική. Η συζήτηση με μιαν ομάδα φοιτητών μου προεκτάθηκε στον ισπανικό εμφύλιο. Τους ρώτησα αν θα πραγματοποιούσαν ποτέ επιλογές ανάλογες με εκείνες των γονέων τους, οι οποίοι είχαν πολεμήσει ή και είχαν σκοτωθεί για την ελευθερία αυτής της χώρας. Την επόμενη μέρα έλαβα μιαν επιστολή που έλεγε: "Αγαπητέ καθηγητή Στάινερ, στην τωρινή κατάσταση, οποιαδήποτε εμπλοκή σε διεθνείς μάχες για την ελευθερία θα μας μετέτρεπε αναπόφευκτα σε συνενόχους.

 Δέστε τι τρομερά πράγματα έκαναν οι κομμουνιστές, δέστε τι τρομερά πράγματα κάνει η CIA. Λυπούμαστε, εμείς δεν θέλουμε να εξαπατηθούμε άλλη μία φορά". Αν η μοναδική έγνοια είναι να μην εξαπατηθούμε, πού θα βρούμε τη δύναμη για να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα της φαντασίας; Να σκεφτούμε κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό μας;

 Η δεύτερη λέξη είναι η "ιδιωτικότητα". Ήδη δεν υπάρχει πτυχή της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και η πιο ιερή και η πιο μύχια, που να μην επιδεικνύεται και να μην εκτίθεται δημόσια. Σε όλα τα πεδία είναι σε δράση μια επεκτατική "βιομηχανία της διείσδυσης" (που συμπεριλαμβάνει την ψυχανάλυση, καθώς και τη γραφειοκρατία, το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και τις ιατρικές θεραπείες), η οποία αποβλέπει στο να απογυμνώσει την ανθρώπινη ύπαρξη από αυτό το αναπαλλοτρίωτο προσωπικό μυστικό.

 Ενώ η αληθινή δύναμη του καθενός εμπερικλείεται σε αυτό που μπορεί και πρέπει να κρατάει μέσα του. Όπως υπενθύμιζε ο Χάιντεγκερ, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει "στη θέση σου". Και το μεγαλείο κάθε ανθρώπου έγκειται στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει μέσα στη μοναξιά κάθε δύσκολη μετάβαση της ύπαρξής του, συμπεριλαμβανόμενων των αποτυχιών, των ασθενειών, των κακοτυχιών. Στον άνθρωπο υπάρχει ένα συναίσθημα ίσως ακόμα πιο ισχυρό από την αγάπη και το μίσος. Σκέφτομαι εκείνα τα "βαθιά πάθη", που είναι συχνά ανεξήγητα, για κάτι που στα μάτια μας προσλαμβάνει υπέρτατη αξία. Στο πεδίο του αληθινού πάθους κρίνεται η μοίρα μας (...)».
[Πηγή: http://www.enet.gr]

 Ο Φράνσις Τζορτζ Στάινερ (23 Απριλίου 1929) είναι Αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος και παιδαγωγός. Έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση μεταξύ της γλώσσας, της λογοτεχνίας και της κοινωνίας, και τις επιπτώσεις του Ολοκαυτώματος. Γεννήθηκε στο Παρίσι από Εβραίους γονείς αυστριακής καταγωγής. Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Αμερική το 1940. Ήδη από τα πρώτα του παιδικά χρόνια μιλούσε τρεις γλώσσες· αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στο Χάρβαρντ και στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes. Δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ, της Γενεύης και της Οξφόρδης και συνεργάστηκε ως κριτικός λογοτεχνίας με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες του καιρού μας. Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται το Μετά τη Βαβέλ. Άλλα σημαντικά του έργα είναι: Ο θάνατος της τραγωδίας, Γλώσσα και σιωπή, Στο κάστρο του Κυανοπώγωνα: Σημειώσεις για τον επαναπροσδιορισμό της κουλτούρας, Περί δυσκολίας, Αντιγόνες, Αξόδευτα πάθη, η σύντομη αυτοβιογραφία του "Errata" και το μυθιστόρημα Τα βάθη της θάλασσας. [Πηγή: www.doctv.gr]

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Φουέντες: Όταν ήμασταν παιδιά



«Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν.
  Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού.
 Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.»   

 Απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες, Η Θέληση και η Τύχη, εκδ. Καστανιώτη.
Ο Κάρλος Φουέντες Μασίας (11 Νοεμβρίου 1928-15 Μαΐου 2012) ήταν γνωστός Μεξικανός μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος. Ανάμεσα στα πιο γνωστά του έργα είναι τα: Αύρα, Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ, Terra nostra. Το 1987 του απονεμήθηκε το Βραβείο Θερβάντες.
 [Πηγή: www.doctv.gr]

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Σαρτρ: Επιμένω στην παιδική αυταπάτη


«Το μέλλον σας είναι προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας». Αυτή είναι η κόλαση...
  Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Ζαν-Πωλ Σαρτρ που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός (εκδ. Ρούγκα).
 «Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»: Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση.
 Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το έργον ανθρώπων που βλέπουν ξεκάθαρα και που παίρνουν υπόψη τους το σύνολο της ανθρωπότητας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει σ’ ένα κόσμο όπου παιδιά πεθαίνουν της πείνας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να καταλάβει ότι είναι μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, σαν συγγραφέων και ανθρώπων, να κάνουμε κάτι για τους άλλους και οι άλλοι μπορούν να κάνουν κάτι για μας.
 ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΡΩΙΑ μπορεί κανείς, τη στιγμή που θα φοράει τις κάλτσες του, ν’ αποφασίσει: «Χμ! σήμερα θ’ ανακαλύψω έναν κώδικα ηθικής». Μα ένας κώδικας ηθικής δεν είναι δυνατό να «εφευρεθεί». Σήμερα δεν υπάρχει ένα αληθινό ηθικό σύστημα, κι αυτό γιατί λείπουν οι συνθήκες που θα έκαναν έναν ηθικό κώδικα άξιο του ονόματός του. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον. Πάρα πολλές μηχανές, όπως έλεγα, και κοινωνικά οικοδομήματα παρεμποδίζουν την ορατότητα. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για ένα αληθινό ηθικό σύστημα:
Μπορούμε να μιλάμε μόνο για ηθικούς κώδικες συγκεκριμένων τάξεων που αντανακλούν τις ειδικές τους συνήθειες και συμφέροντα. Λείπουν οι βασικοί όροι που θα ‘καναν τους ανθρώπους  ικανούς να έχουν μια νέα κοινωνική τάξη. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι αναπόφευκτο το πλήθος των κοινωνικών οικοδομημάτων -για να μην αναφέρουμε τις προσωπικές υποχρεώσεις, την ατομική μοίρα- να δημιουργούν εμπόδια στην αμοιβαία κατανόηση. Κι έτσι βαδίζετε μαζί με την προσωπική σας μοίρα και συναντάτε ένα Νέγρο, ή έναν Άραβα, που ο καθένας του έχει τη δική του τύχη και οποιαδήποτε πραγματική σχέση μαζί τους γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ή θα πρέπει να ανήκετε σε κάποια «κίνηση» στην οποία αποξενώνεστε ολοκληρωτικά, με οτιδήποτε βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, για να συνδεθείτε, ας πούμε με τον αγώνα των Αλγερινών. Και σ’ αυτή όμως την περίπτωση -παρ’ όλες τις καλές προθέσεις- δεν θα πετύχετε την πλήρη αλληλεγγύη. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθετε σ’ επαφή δεν θα είναι γα σας ένας εντελώς άνθρωπος, θα είναι ένα «πράγμα». Το να μεταχειριστούμε όμως έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό αποτελεί ζήτημα αρχής, μιας αρχής που δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε.
  ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟΥ, από την αυταπάτη πως ένας αστός συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να είναι απαισιόδοξος, ότι είναι καταδικασμένος στη μοναξιά από το γεγονός ότι σήκωσε κάποτε τα όπλα κατά της κοινωνίας. Στις «Λέξεις» περιγράφω πώς έφθασα στο σημείο να είμαι μέλος της κοινωνίας - μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση. Κι επειδή έχω απαλλαγεί από τις αυταπάτες της νιότης πιστεύω πως έχω γίνει αισιόδοξος.
 ΕΧΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ χρημάτων για ξόδεμα. Αλλά έχω και πολλές υποχρεώσεις. Και είναι γεγονός πως το αίσθημα της κατοχής μού είναι μισητό. Μου φαίνεται πως μας κατέχουν τα πράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας. Είτε είναι αυτά χρήματα ή πράγματα τα οποία μπορούμε ν’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Όταν κάτι μού αρέσει, θέλω πάντα να το δίνω σε κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία. Είναι γιατί θέλω μόνο και μόνο να σκλαβωθούν άλλοι από τα αντικείμενα, κι όχι εγώ. Κι ευχαριστιέμαι από τη σκέψη πως κάποιος άλλος θα ευχαριστηθεί από το αντικείμενο που θα του δώσω.
 ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ μερικά βιβλία, αλλά το θεωρώ καθήκον μου να υπερασπιστώ τις ιδέες που εκφράζονται στα βιβλία αυτά, κι αν ακόμη τα πράγματα αλλάξουν, και τότε πια δεν είμαι ο εαυτός μου, θα γινόμουν το θύμα των βιβλίων μου. Δεν νομίζω πως θα έπρεπε κανένας να κάνει αυτό που έκανε ο Ζιντ, να ξεκόβει συστηματικά από το παρελθόν του. Θέλω όμως να είμαι πάντα προσιτός στην αλλαγή. Δεν νιώθω τον εαυτό μου δεσμευμένο από οτιδήποτε έχω γράψει. Από την άλλη όμως πλευρά και δεν αποκηρύττω ούτε μια λέξη απ’ αυτά.  ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ είναι ένας όρος που τον θεωρώ προσωρινό και που επιθυμώ να τον αφήσω πίσω. Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του.
 ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΤΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ; - Σαρτρ: Καλύτερα να μη μιλήσω γι’ αυτό. - Γιατί; -Σαρτρ: Γιατί δεν νομίζω πως μία ακαδημία ή ένα βραβείο μπορεί να έχει καμιά σχέση μαζί μου. Εκείνο που θεωρώ για μεγαλύτερη τιμή είναι να με διαβάζουν.
 Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - Παρίσι 15 Απριλίου 1980), ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, ο γνωστότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού. Σπούδασε Φιλοσοφία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Μετά τη λήξη του, ίδρυσε μαζί με τον Μορίς Mερλό Ποντί το περιοδικό «Σύγχρονοι Καιροί». Σύντροφος της ζωής του υπήρξε η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αν και δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος στήριζε τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Ο Σαρτρ υποστήριζε ένα νέο ουμανισμό, σ’ ένα κόσμο χωρίς την ανάγκη θεού. Τις ιδέες του κατόρθωσε να τις περάσει και μέσα από τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα. Λόγω της αθεϊστικής στάσης του, όλα τα βιβλία του τοποθετήθηκαν από την καθολική εκκλησία στη λίστα των απαγορευμένων. Αποστρεφόταν τις επίσημες τελετές και τα αξιώματα και για αυτό το λόγο, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1964. Τα δύο πιο σημαντικά φιλοσοφικά του έργα θεωρούνται «Το είναι και το μηδέν» (1943) και η «Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (1960).
[Πηγή: www.doctv.gr]
  

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Καστοριάδης: Έτσι θα έρθει η Αναγέννηση


 Το ιταλικό φιλολογικό περιοδικό «Lettera Ιnternazionale» πρωτοδημοσίευσε αυτό το άγνωστο δοκίμιο του φιλόσοφου Κορνήλιου Καστοριάδη.
 Υπάρχει κάτι αμεσότερο για όσους πιστεύουν ότι ζουν σε μια δημοκρατική κοινωνία, από το να διερωτηθούν σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζει ο πολιτισμός στην κοινωνία στην οποία ζουν; Και ειδικά σε μια περίοδο όπου παρατηρούμε μια άνευ προηγουμένου διάδοση αυτού που ονομάζουμε «πολιτισμό»;
 Για περισσότερο από δύο αιώνες υποστηριζόταν ότι ο ειδικός ρόλος του πολιτισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία- σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις μη δημοκρατικές κοινωνίες εντοπίζεται στο ότι ο πολιτισμός είναι για όλους και δεν απευθύνεται μόνο σε μια συγκεκριμένη ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι στη διάθεση όλων, όχι μόνο «νομικά» (πράγμα που δεν συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Αίγυπτο των Φαραώ), αλλά επίσης κοινωνιολογικά, με την έννοια της πραγματικής πρόσβασης. Ας εξετάσουμε την αμιγώς σύγχρονη περίοδο του δυτικού κόσμου, δηλαδή από τις μεγάλες επαναστάσεις του τέλους του 18ου αιώνα (δημοκρατικές και με κύριο χαρακτηριστικό την εκκοσμίκευση και την απομάκρυνση από τον Χριστιανισμό) ως περίπου το 1950, ενδεικτική χρονολογία από την οποία θεωρώ ότι γεννάται μια νέα κατάσταση.
 Ο δημιουργός αναζητεί ξεκάθαρα μια νόρμα που φέρει ένα νέο νόημα. 
 Από τη σκοπιά του δημιουργού μπορούμε να μιλήσουμε για έντονο αίσθημα ελευθερίας και εκπληκτική μέθη που τη συνοδεύει. Μέθη όσον αφορά την εξερεύνηση καινούργιων μορφών και της ελευθερίας να τις δημιουργήσει. Αυτή η ελευθερία είναι συνδεδεμένη με ένα αντικείμενο: είναι κυρίως η αναζήτηση και η αναπαλαίωση ενός νοήματος. ΄Η, ορθότερα, ο δημιουργός αναζητεί ξεκάθαρα μια νόρμα που φέρει ένα νέο νόημα. Η σύγχρονη τέχνη, ακόμη και αν δεν ικανοποιεί το «λαϊκό αίσθημα», είναι δημοκρατική και επομένως απελευθερώνει.
 Το κοινό, από την πλευρά του, συμμετέχει «per procura» (με πληρεξούσιο), δηλαδή μέσω του καλλιτέχνη, σε αυτή την ελευθερία. Ουσιαστικά κυριεύεται από το καινούργιο νόημα του έργου τέχνης, και αυτό διότι, παρά την αδράνεια, τις καθυστερήσεις, τις αντιστάσεις και τις αντιδράσεις, πρόκειται για ένα κοινό που γίνεται το ίδιο δημιουργός. Η πρόσληψη ενός μεγάλου καλλιτεχνικού έργου δεν είναι ποτέ και δεν μπορεί να είναι ποτέ- μια απλή παθητική αποδοχή, αλλά αποτελεί επίσης συν-δημιουργία. Και οι δυτικές κοινωνίες, από το τέλος του 18ου αιώνα ως τα μισά τού 20ού αιώνα, υπήρξαν οι ίδιες αυθεντικοί δημιουργοί. Σήμερα, επικρατεί άραγε η ίδια κατάσταση; Όσον αφορά την πραγματική κοινωνική λειτουργία η «λαϊκή εξουσία» αποτελεί προκάλυμμα της εξουσίας των χρημάτων, της τεχνογνωσίας, της γραφειοκρατίας, των πολιτικών κομμάτων, του κράτους και των μέσων ενημέρωσης. Όσον αφορά το ίδιο το άτομο, παρατηρείται μια νέα αναδίπλωση για την οποία ευθύνεται ο γενικευμένος κομφορμισμός. 
 Πρεσβεύω ότι ζούμε στην πιο κομφορμιστική εποχή της σύγχρονης Ιστορίας. Λένε ότι κάθε άτομο είναι «ελεύθερο». Ωστόσο στην πραγματικότητα ο καθένας προσλαμβάνει παθητικά το μοναδικό νόημα που οι θεσμοί και η κοινωνία τού προτείνουν και του επιβάλλουν: τον «τηλεκαταναλωτισμό», ήτοι τον ψεύτικο καταναλωτισμό μέσω της τηλεόρασης. Θα σταθώ για λίγο στο θέμα της «ευχαρίστησης» τού σύγχρονου τηλεκαταναλωτή. Αντίθετα από τον θεατή, τον ακροατή ή τον αναγνώστη ενός έργου τέχνης, η συγκεκριμένη αυτή ευχαρίστηση περιλαμβάνει την ελάχιστη μετουσίωση. Πρόκειται για ικανοποίηση που υποκαθίσταται από τους παλμούς που προκαλεί η πράξη της ηδονοβλεψίας, για μια δυσδιάστατη «βιολογική ευχαρίστηση» η οποία συνοδεύεται από τη μέγιστη παθητικότητα. Οτιδήποτε παρουσιάζει η τηλεόραση, «καλό» ή «κακό» αφεαυτού, εκλαμβάνεται παθητικά στο πλαίσιο της αδράνειας και του κομφορμισμού.
 Ο θρίαμβος του ατομικισμού μεταφράζεται γενικώς ως «θρίαμβος της δημοκρατίας». Αυτός όμως ο ατομικισμός δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να είναι κενή έννοια, σύμφωνα με την οποία τα άτομα «κάνουν ό,τι θέλουν». Όσον αφορά την πολιτιστική δημιουργία, τομέας όπου η κριτική είναι πιο ασαφής και υπόκειται σε αμφισβητήσεις, είναι δύσκολο να υποτιμήσουμε την αύξηση του εκλεκτισμού της σύνθεσης ετερόκλητων στοιχείων, του δουλοπρεπούς συγκρητισμού. Και κυρίως ότι δεν επισημαίνεται η απώλεια του νοήματος, η οποία συμβαδίζει με την εγκατάλειψη της αναζήτησης της φόρμας- μιας φόρμας που είναι πάντα κάτι περισσότερο από απλή φόρμα, διότι, όπως έλεγε ο Ουγκό, αυτή είναι το «πραγματικό νόημα» που ανεβαίνει στην επιφάνεια.
 Η σημερινή εξέλιξη του πολιτισμού σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και πολιτική αδράνεια καθώς και την παθητικότητα που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο κόσμο. Η πολιτιστική αναγέννηση- αν συμβεί- θα είναι συνδεδεμένη με ένα καινούργιο και μεγάλο κοινωνικοϊστορικό κίνημα το οποίο θα θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη δημοκρατία και θα της δώσει νέα μορφή και περιεχόμενο. Ανησυχούμε για την αδυναμία να οραματισθούμε επακριβώς το περιεχόμενο μιας τέτοιας δημιουργίας, τη στιγμή που ακριβώς αυτό αποτελεί την ομορφιά κάθε δημιουργίας.
  Ο Κλεισθένης και οι σύντροφοί του δεν μπορούσαν, ούτε όφειλαν να «προβλέψουν» τη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και την ανέγερση του Παρθενώνα, όπως και τα μέλη της Συνταγματικής Εθνοσυνέλευσης της Γαλλικής Επανάστασης ή οι Πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας δεν μπορούσαν να φαντασθούν την εμφάνιση του Σταντάλ, του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Ριμπό, του Μανέ, του Προυστ ή του Πόε, του Μελβίλ, του Γουίτμαν και του Φόκνερ.  Η φιλοσοφία καταδεικνύει ότι θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι έχουμε εξαντλήσει πλέον οτιδήποτε νοητό, πραγματοποιήσιμο και μορφοποιήσιμο. Όπως θα ήταν παράλογο και το να θέσουμε περιορισμούς στη δυνατότητα της μορφοποίησης, δυνατότητα που πάντα εντοπίζεται στην ψυχική φαντασία και στο συλλογικό κοινωνικοϊστορικό φαντασιακό φαινόμενο. Αν παραδεχθούμε ότι όσοι διατηρούν μια σχέση άμεση και ενεργή με τον πολιτισμό μπορούν να συμβάλουν ώστε η περίοδος του λήθαργου να διαρκέσει το δυνατόν λιγότερο, αυτό θα γίνει εφικτό μόνο αν η προσπάθειά τους μείνει πιστή στις αρχές της ελευθερίας και της υπευθυνότητας.
 [Πηγή: www.doctv.gr]

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Απαγορεύεται η Άνοιξη!


 Περασμένα μεσάνυχτα, με τα μάτια μισάνοιχτα. Καταπίνει την υγρασία το σκοτάδι, κυλούν γοργά στο κοντέρ του μυαλού οι σκέψεις και τα χιλιόμετρα. Η νύχτα, ανυποψίαστη για όσα διαδραματίζονται στη γυμνή αγκαλιά της, έρπει γοργά στο αύριο, σαν φαντάρος σε βραδινό καψόνι. Παθιάζεται να κυριαρχήσει στη μέρα, μα δεν μπορεί. Ακόμη και η ώρα, που έχει αλλάξει σε «εαρινή», δεν προοιωνίζει άνθιση των προσδοκιών.
 Η ένδεια των ηγετών, η φτώχεια της γόνιμης σκέψης, η μιζέρια της ανάκαμψης. Μέρες καυτές σαν τις καθημερινές ανάγκες επιβίωσης μα βραδιές αδυσώπητα σκοτεινές και κρύες, σαν να μην προσμένουν ξημέρωμα.
 Μια Ελλάδα σε κινηματογραφικό φιλμ νουάρ με κακοπαιγμένους τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Άνθρωποι-φιγούρες του βωβού κινηματογράφου με τη ζωή τους αλωμένη και τις ανάγκες τους ζαλωμένες στους ώμους, σαν φόρτωμα ξύλα.
 Εμποδισμένη μοιάζει η Άνοιξη σ’ αυτόν τον τόπο των βωμών και των ανεστίαστων εστιών. Αφίχθη ως πρόσφυγας σε μέρος άξενο κι αντί να της ανοίγουν το δρόμο παιδιά με λουλουδιασμένα χαμόγελα, την προσεγγίζουν αρσενικές εταίρες να την ορίσουν ως χρονοδιάγραμμα για μια ατέρμονη διαπραγμάτευση…
 Ο χειμώνας και η νύχτα της πατρίδας σε πλήρη επικυριαρχία της ανοιξιάτικης εποχής. Ξεπαγιασμένες ψυχές, κοκαλωμένη οικονομία, εργασιακός παγετός, μαύρα σύννεφα οι σκέψεις, χαλάζι οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί, βροχή τα προβλήματα, καταιγίδα η καθημερινότητα, καταχνιά το μέλλον. Με μια Πρωτομαγιά που ξεχάσαμε το νόημά της. Της φορέσαμε λουλουδάτα στεφάνια, για να κρύψουμε τα θανατερά αγκαλιάσματα στα δικαιώματα που κάποιοι -με αγώνα και αίμα- είχαν διασφαλίσει για μας. Κι εμείς, τα παραδώσαμε αμαχητί…
«Απαγορεύεται η Άνοιξις» στων υπερχρεωμένων τους τόπους. Άλας πικρό έχουν σπείρει οι ιθύνοντες στων παιδιών μας τις στράτες, για να ξεστρατίζουν ανεμπόδιστα, ως σύγχρονοι γκασταρμπάιτερ. Με αλάτι χοντρό γέμισαν τις φράσεις τους οι γεροντότεροι κι άρχισαν να πυροβολούν την εξουσία, ρουφώντας με θυμό την αγανάκτησή τους κι ένα ποτήρι κρασί… Ψωμί κι αλάτι μοιράζονται με αλληλεγγύη οι χαμένοι, οι καημένοι, οι παραδαρμένοι, οι παροδηγημένοι. Δεν έχουν κι άλλο τι…
Κατάντια. Κρίση και διεθνείς επικρίσεις. Η φαιά γείτων να παραδέρνει και να αλυσοδένεται ακόμη μια φορά. Η Ελλάδα παρακολουθεί αμέτοχη τις εξελίξεις στα Βαλκάνια μα και τα Μικρασιατικά παράλια, σαν κάτι γριές στο κατώφλι που βλέπουν τη γειτόνισσα να μεταφέρεται αιμόφυρτη με το φορείο κι αυτές ξορκίζουν το Χάροντα με σταυροκοπήματα και τρία φτυσίματα στον κόρφο.
 Σαν κορίτσι που κάθεται δίπλα σε φωτιά αναμμένη σε παραλία κι οι λάμψεις φεγγοβολούν στο πρόσωπό της, μοιάζει φέτος η Άνοιξη. Ρακένδυτη και φτωχή, με την ομορφιά της απλότητας. Έτοιμη να σκαρφαλώσει στα δέντρα που με το άγγιγμά της τα χει λουλουδιάσει. Σαν να θέλει να φτιάξει ξυπόλητα τάγματα που θα αναμετρήσουν τις δυνάμεις τους με πετροπόλεμο. Θα σπάσουν τα τζάμια στα πορτοπαράθυρα της εξουσίας και θα κλέψουν ελπίδες…
 Τα παραμύθια για την Ελλάδα μπορεί και να τέλειωσαν. Οι παραμυθάδες ωστόσο, καλά κρατούν κι ας λέμε πως δε μας αποκοιμίζουν πια. Σαν μικρά παιδιά, κρατάμε στη χούφτα πολύτιμες εικόνες από τις αφηγήσεις  των γιαγιάδων για εαρινές νεράιδες. Προσμένοντας εις μάτην να πάρουν τη λαλιά από τους προύχοντες και να τη δώσουν σε κείνους που κάτι έχουν να πουν γι’ αυτόν τον τόπο…
 [Πηγή; efsyn]

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Bukowski: Αισθηματίας


Αποσπάσματα περί έρωτος ...

 «Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινιόμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, μια ξεχασμένη φουρκέτα στο νεροχύτη, από τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», από τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν το δρόμο 1.30 το απομεσήμερο, από τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, από τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, τότε που σκέφτεται κανείς την αυτοκτονία.
 Και ακόμα έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμιόμουν τους έρωτές μου στις 3 τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν μόνος μου σε ένα εστιατόριο διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω γιατί σκεφτόμουν πως τώρα είναι παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους...»
«Και η αγάπη;» ρώτησε η Βάλερι. «Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέξουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα».
 «Έτσι και αλλιώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δυο πρώτες βδομάδες έχουν ενδιαφέρον, μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι.
 Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου... Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια».
 «Δεν ήμουν ερωτευμένος, δεν ήμουν ευτυχισμένος, μα αυτό μου άρεσε. Οι ερωτευμένοι συχνά είναι νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά, γίνονται και δολοφόνοι».

«Ήρθες να με βρεις εξαιτίας κάποιας γυναίκας;» «Ναι». «Καθάρισες μαζί της;» «Νομίζω πως ναι. Αλλά δεν είμαι κι απόλυτα σίγουρος...». «Δηλαδή δεν μπορείς να δώσεις οριστική απάντηση;» «Μάλλον όχι». «Κανείς δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος». «Συμφωνώ μαζί σου». «Γι αυτό και όλες οι ερωτικές ιστορίες είναι για τα πανηγύρια». «Ναι».

 Αποσπάσματα από το βιβλίο του Τσαρλς Μπουκόβσκι, Γυναίκες, εκδ. Οδυσσέας. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι, (16 Αυγούστου 1920-9 Μαρτίου 1994), ήταν Αμερικανός ποιητής και συγγραφέας. Από τη στιγμή του θανάτου του, ο Μπουκόφσκι έχει γίνει θέμα πάμπολλων άρθρων κριτικής απέναντι στη ζωή και στο έργο του. Αν και αγαπήθηκε από το κοινό κι έγινε σύμβολο για ανθρώπους με προβλήματα αλκοολισμού, οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν δώσει ελάχιστη σημασία στα γραπτά του. Θεωρείται όμως από πολλούς ένας πολύ σπουδαίος ποιητής, με μεγάλη επιρορή. Οι Ζαν Ζενέ (Jean Genet) και Ζαν-Πολ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) τον είχαν χαρακτηρίσει ως τoν «μεγαλύτερο ποιητή» της Αμερικής. Έγραψε περισσότερα από 50 βιβλία. Ανάμεσα στα πιο γνωστά που κυκλοφορούν και στα ελληνικά είναι τα Σημειώσεις ενός Πορνόγερου Ι και ΙΙ, Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας, Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω Από το Βουνό και Γυναίκες.
[Πηγή: www.doctv.gr]