Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

"Ανεξάρτητα" παιδιά, εξαρτημένοι ενήλικες


 Αυτό που ίσως ακούγεται περισσότερο από το στόμα νέων και όχι μόνο γονιών είναι ότι το παιδί πρέπει να μάθει να είναι ανεξάρτητο. Αυτή είναι και η αγωνία πολλών με λίγο μεγαλύτερα παιδιά «πότε θα γίνει ανεξάρτητο» ή ο λόγος περηφάνιας κάποιων άλλων «από μωρό ήταν ανεξάρτητο!». Το εντυπωσιακό είναι ότι συχνότερα θα ακούσεις συζητήσεις για το αν κάποιο παιδί είναι ή πώς θα γίνει ανεξάρτητο παρά για το αν είναι ή πώς θα γίνει ευτυχισμένο.
 Κάθε εποχή έχει τις αξίες της. Κάθε γενιά κληροδοτεί στην επόμενη τις συμβουλές της, οι οποίες συνήθως είναι αναπαραγωγή κοινωνικών στερεοτύπων ή προσωπικών βιωμάτων. Συχνά πράττουμε χωρίς να σκεφτούμε ή να αμφισβητήσουμε. Από την άλλη, όταν τα παιδιά μας γίνονται έφηβοι, ενήλικες, γονείς, αρνούμαστε να κάνουμε τη σύνδεση του πώς οι συμπεριφορές του τότε ίσως σχετίζονται με την προσωπικότητα του τώρα.
 Γεννιέται ένα μωρό και οι πιο κοινές συμβουλές είναι: «Να μάθει να κοιμάται μόνο του και μην τυχόν και το βάλετε στο κρεβάτι σας, δε θα μπορέσετε μετά να το βγάλετε».
 Έχουμε αναρωτηθεί άραγε γιατί ένα βρέφος που έχει κοιμηθεί δίπλα στη μάνα του, δε θέλει να κοιμάται μόνο του σε ένα κρεβάτι με κάγκελα και πιθανώς σε ένα δωμάτιο άλλο; Έχουμε αναρωτηθεί τι γινόταν τότε (όχι πολύ παλιά) που δεν υπήρχαν όλες αυτές οι «ανέσεις» ενδοεπικοινωνία, ριλάξ, πιπίλα, μπιμπερό; Έχουμε σκεφτεί πώς να λειτουργούσε εκείνη η γυναίκα που δεν ήξερε από «πολιτισμό», που δεν άκουγε συμβουλές από τους γύρω της;
  Έχουμε αναρωτηθεί γιατί εμείς οι ενήλικες με γνώση και συνείδηση προτιμάμε να κοιμόμαστε με κάποιον δίπλα μας παρά μόνοι μας;
«Να μάθει να τρώει με πρόγραμμα, κάθε τρεις ώρες και την ποσότητα που εμείς έχουμε αποφασίσει». Έχουμε αναρωτηθεί γιατί; Ποιος τρώει κάθε μέρα την ίδια ακριβώς ώρα και την ίδια ακριβώς ποσότητα; Εμείς δηλαδή κάθε μέρα έχουμε την ίδια όρεξη; Άλλωστε μια γυναίκα που θηλάζει αποκλειστικά από την αρχή, ξέρει πως αυτό είναι σχεδόν αδύνατο, εκτός κι αν αντέχει να έχει ένα μωρό να κλαίει και να γκρινιάζει.
«Να σταματήσει ο θηλασμός νωρίς γιατί αλλιώς το παιδί εθίζεται και δε θα γίνει ποτέ ανεξάρτητο». Η αντίστοιχη αγωνία για πιπίλα, για κουβερτάκια ή κουκλάκια τα οποία χρησιμοποιεί το παιδί είναι σαφώς μικρότερη… παρ’ όλο που αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποκατάστατα της μητέρας (στήθος, αγκαλιά, μυρωδιά).
 Σε όλα αυτά υποβόσκει μια κοινή πεποίθηση. Το μωρό δεν ξέρει να αναγνωρίζει τις ανάγκες του και το μωρό γεννιέται με μια «μοχθηρή» διάθεση να μας εκμεταλλευτεί, χειριστεί και γενικά να μας κάνει τη ζωή μας δύσκολη… εκτός κι αν προλάβουμε και του «μάθουμε», δηλαδή του επιβληθούμε.   Κι όμως, τα βρέφη είναι σε απόλυτη επαφή με τις ανάγκες τους, εφόσον δεν παρεμβαίνουμε. Ξέρουν πότε πεινάνε και πόσο, ξέρουν πότε φοβούνται, πότε πονάνε, πότε έχουν ανάγκη από τρυφερότητα. Η υποχρέωσή μας δεν είναι να τους μάθουμε να μην ακούν τις πραγματικές τους ανάγκες, αλλά να τις ικανοποιήσουμε.
 Ένα βρέφος εξυπακούεται ότι δεν είναι σχεδιασμένο από τη φύση να είναι ανεξάρτητο. Δε θα επιβίωνε. Και αυτό το γνωρίζει, ενστικτωδώς. Γι’ αυτό κι όταν δεν ικανοποιούνται οι ανάγκες του κλαίει. Είναι το μόνο μέσο που διαθέτει για να δηλώσει στο φροντιστή του ότι κάτι δεν πάει καλά.
 Το να το αγνοήσουμε, δε σημαίνει πως σταματάει να υπάρχει η ανάγκη, απλά σταματάει κάποια στιγμή να μας την επικοινωνεί. Παραιτείται από το να διεκδικεί, άλλωστε είναι τόσο εξαντλητικό αυτό για ένα μωρό.
 Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν μπορεί να πιστέψει ότι οι ανάγκες του αγνοούνται κι έτσι οδηγείται να πιστέψει ότι αυτό που νιώθει είναι λάθος. Προφανώς ο γονιός ξέρει καλύτερα απ’ ότι το ίδιο το παιδί, γι’ αυτό και του φέρεται έτσι, αλλιώς γιατί να μην το ικανοποιεί;
 Από την άλλη, όμως, συμβαίνει το εξής παράλογο, το μωρό που θεωρητικά είναι έτοιμο από βρέφος να κοιμηθεί μόνο του, να κάθεται με τις ώρες στο ριλάξ μόνο του, δεν είναι σε θέση να πιάσει το κουτάλι μόνο του ακόμα κι αν δείχνει καθαρά ότι θέλει να δοκιμάσει και φτάνει τριών ή τεσσάρων και το ταΐζει κάποιος άλλος.
 Το ίδιο μωρό που πρέπει να μάθει να είναι ανεξάρτητο, όταν πάει να ανέβει στον καναπέ μόνο του, ακούει ένα «είσαι μικρό ακόμα» και νιώθει δυο χέρια να το σηκώνουν και να το βάζουν στη θέση όπου πιστεύουν ότι ήθελε να βρεθεί. Έτσι, το παιδί που πάει να βάλει μόνο του τα παπούτσια, βλέπει το γονιό να το κοιτάει περιπαιχτικά και να του λέει «τι κάνεις βρε μπόμπιρα; Δεν μπορείς ακόμα μόνος σου».
 Μεγαλώνει κι άλλο και ζητάει να διαλέξει αυτό τι ρούχα θα φορέσει, αλλά ακόμα είναι τριών ετών, είναι δυνατόν να αποφασίσει τι θα φορέσει στα γενέθλιά του; «Θα διαλέξει τη φόρμα του πάλι, ενώ εμείς δώσαμε τόσα λεφτά γι’ αυτό το κουστουμάκι που του πάει τόσο πολύ!» Μετά πάει σχολείο και λέει ότι θέλει να ξεκινήσει χορό γιατί του αρέσει, αλλά ο γονιός πάλι ξέρει καλύτερα και αποφασίζει ότι το μπάσκετ του ταιριάζει περισσότερο.
  Αυτό το παιδί θα γίνει ένας ενήλικας ανασφαλής και όχι ανεξάρτητος. Αυτό το παιδί μπορεί να φαίνεται εξαιρετικά ανεξάρτητο αλλά θα είναι ένα φοβισμένο πλάσμα που θα προσπαθεί να επιβεβαιώσει αν αυτό που νιώθει είναι «σωστό» ή ακόμα και αληθινό από τις αντιδράσεις των άλλων.
 Αυτό το παιδί θα γίνει ένας ενήλικας που θα φοβάται να παραιτηθεί από την ανυπόφορα βαρετή δουλειά του και να κυνηγήσει το όνειρό του, θα γίνει ένας ενήλικας που θα μένει σε σχέσεις εξάρτησης γιατί θα φοβάται να μείνει μόνος του.
 Ας το δούμε τώρα αλλιώς. Ένα βρέφος γεννιέται και οι γονείς δεν ακολουθούν καμία συμβουλή ή τεχνική παρά μόνο ακολουθούν τις ανάγκες του παιδιού τους όπως τις υποδεικνύει αυτό. Έτσι, άλλωστε, συμβαίνει και με όλα τα θηλαστικά στον πλανήτη μας. Έχουμε ένα μωρό που θηλάζει κατ’ απαίτηση, κοιμάται με τους γονείς του και όποτε ζητάει αγκαλιά, την έχει. Τρώει όσο θέλει και όποτε θέλει. Έχει χρόνο να πειραματιστεί, να δοκιμάσει. Ξέρει ότι αν χρειαστεί βοήθεια και τη ζητήσει, θα την έχει.
 Αυτό το παιδί δεν μπορεί παρά να έχει υψηλή αυτοεκτίμηση μιας και ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας είναι σε απόλυτη συνάρτηση με το πώς μας αντιμετωπίζουν οι φροντιστές μας τα πρώτα χρόνια. Όσο μας δείχνουν ότι είμαστε σημαντικοί, τόσο σημαντικοί νιώθουμε.
 Ας μη φοβόμαστε τα παιδιά… μια ανάγκη η οποία καλύπτεται γενναιόδωρα, θα καλυφθεί πολύ πιο γρήγορα από την ανάγκη που αγνοείται. Το νήπιο που αποθηλάζει φυσιολογικά, το νήπιο που αποφασίζει αυτό ότι πλέον θέλει να κοιμάται μόνο του, το παιδί που έχει χορτάσει από αγκαλιά, είναι ο ενήλικας που είναι πραγματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος.
 Το παιδί που έχει γεμίσει από ασφάλεια και φροντίδα τα πρώτα εκείνα χρόνια που έχει επίγνωση του πόσο ευάλωτη είναι η ύπαρξή του και που έχει καταγράψει μέσα του ότι αυτό που νιώθει είναι έγκυρο, είναι ο ενήλικας που δε θα ζει με το φόβο του αύριο, που θα διεκδικεί αυτό που θέλει, που θα τολμάει να είναι ευτυχισμένος και δε θα νιώθει ενοχές γι’ αυτό. Έτσι δε θα θέλανε τα παιδιά μας να είναι όταν μεγαλώσουν;                                                                         [Πηγή: www.doctv.gr]

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Το καφενείο και η χώρα [μας]


 Αλλόκοτη και ξεχασμένη από θεούς και πολιτικούς η ελληνίς επαρχία [επαρχία!]. Η μόνη πληροφόρηση είναι το διαδίκτυο, παρακαλώ. Δεν παίζει η επιστήμη και η ανάπτυξη εδώ. Όλα είναι internet και ας λένε ό,τι θέλουν τα πολιτικά κόμματα και η τεχνολογική λογική. Ποιοι ανασχηματισμοί και κουραφέξαλα, εδώ όλα είναι ίσωμα.
 Έρχονται κάποιοι τζιτζιφιόγκοι, «Αθηναίοι» του χωριού, που βρήκαν κάποτε μια δουλειά [τους έδωσαν εννοείται μια δουλειά] και κάνουν τον καμπόσο -δεν είναι σε θέση να δουν τον θρήνο των αγροτών, την ολική καταστροφή της σοδειάς τους. Ετσι είναι τα πράγματα, λένε οι ίδιοι, τάχα αριστεροί και τάχα μου δεξιοί. Είπαμε: ίσωμα.
 Ξεσκίστηκε στις βροχές ο Ιούλιος και προκάλεσε τρομερές ρωγμές στα σπαρτά και τα φυτά της γης. Πληγωμένοι καρποί, ερεθισμένοι από τις φοβερές στάλες της βροχής· πνίγηκαν όλα, όλοι οι καρποί σιώπησαν, μαράθηκαν, αλλοιώθηκαν -ετελεύτησαν. Όλοι μιλάνε για έναν πολύ δύσκολο χειμώνα.
 Πώς θα τα βγάλουν πέρα χωρίς την παραμικρή είσπραξη από εισοδήματα; Σιγά μη στέρξει να απαντήσει κάποιος από τους νέους υπεύθυνους της αγροτικής πολιτικής. Τραχιές κουβέντες στο καφενείο. Παρόντα εντούτοις το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, σαν αντίδοτο στη γενική θλίψη που διαχέει αφειδώλευτα η οικονομία της χώρας. Ουδείς νοιάζεται αν βγήκαμε από τα μνημόνια ή αν ανασχηματίστηκε το κυβερνητικό μόρφωμα. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, τι να λέμε τώρα για αριστερές κυβερνήσεις, γελάνε κι οι πέτρες.
 Ένας μήνας είναι υπεραρκετός να συνειδητοποιήσει κάποιος πόσο μικρή είναι η πολιτική ηγεσία του τόπου, πόσο σκλαβωμένη είναι η ελληνική κοινωνία, πόσο εξαρτάται από ξένες οικονομίες, αλλοδαπές. Όπως επίσης είναι ικανός τούτος ο χρόνος να σκεφτεί κάποιος για το τι κάνει στη ζωή του, τι τον έχουν υποχρεώσει να πράττει στη ζωή του, είτε το επέλεξε ο ίδιος είτε όχι [αν και το είτε ταυτολογικό εστί].
 Λοιπόν, εφέτος, οι καρποί είναι άνοστοι, όπως άνοστη και η αριστερή διακυβέρνηση, η ουτοπία των παιδικών χρόνων μερικών αφελών, που, όμως εξακολουθούν να βιώνουν την παιδικότητά τους. Θα περάσουν πολλά χρόνια ώσπου να αντιληφθεί ο μέσος Έλληνας πόσο παραμυθιασμένος ήταν επί πολλές, μα πολλές δεκαετίες. Εάν βέβαια το καταλάβει ποτέ. Όλα είναι λόγος, αλλά άντε να καταλάβει κανείς τι σημαίνει λόγος και τι σημαίνει αίσθημα, που έλεγαν και οι Γερμανοί ρομαντικοί.
 Δύσκολο το καφενείο -και πλέον όχι για όλους. Όσοι το παλεύουν με νύχια και με δόντια να καταστούν ικανοί να κεράσουν ένα ποτό, είναι παρόντες αλλά φαίνονται, στους τζιτζιφιόγκους που είπαμε, σαν εξωγήινοι. Ποτέ δεν καταλαβαίνουν οι φτωχοί, όσο έξυπνοι κι αν είναι, όσο κι αν συνειδητοποιούν τις αδικίες και τις αμετροέπειες συγχωριανών και πολιτικών. Τι να κάνουμε. Οι ασθένειες της κοινωνίας είναι ανίατες. Άλλοι βέβαια έχουν φροντίσει γι’ αυτό [γελοίοι ίσως αλλά έτσι είναι η διάρθρωση -έως τούδε- των κοινωνιών ανά τον κόσμο]. Χαιρετίσματα, λοιπόν, στην κοινωνία [και εις άπασαν την επικοινωνία]. [Πηγή: efsyn]

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Η «έξοδος» από τα Μνημόνια και τα άλογα του Χόμπσον


 Διαβάζοντας όλες αυτές τις μέρες διάφορα δήθεν ψυχοπονιάρικα γερμανικά και βρετανικά δημοσιεύματα (Handelsblatt, Welt, Economist κ.ά.), εν όψει της επικείμενης –και απολύτως πλασματικής– «εξόδου από τα Μνημόνια», για την απρόσμενα μεγάλη αντοχή του ελληνικού λαού στις κακουχίες, που όμως όλα ανεξαιρέτως κατέληγαν στην ανάγκη για «ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων» (διάβαζε: του ξεπουλήματος των τελευταίων δημόσιων «φιλέτων» και της πλήρους κατάργησης των εργασιακών κεκτημένων) και φυσικά σε κλασικές παραινέσεις τύπου «σκάσε και σκάβε», θυμήθηκα την «εκλογή του Χόμπσον».
 Ο Τόμας Χόμπσον, που λέτε, ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου στάβλου με περίπου 40 άλογα στο Κέμπριτζ της εποχής των Τυδώρ, στα τέλη του 16ου αιώνα: όταν έμπαινες στον στάβλο του για να νοικιάσεις ένα άλογο, ο εν λόγω κύριος σου έδινε την επιλογή να διαλέξεις όποιο ζωντανό ήθελες, αρκεί να ήταν το πιο κοντινό στην κεντρική πόρτα – είτε σου άρεσε είτε όχι.
 Η δικαιολογία του σταβλάρχη ήταν απλή: Αν όλοι οι πελάτες διάλεγαν τα καλύτερα άλογα, τότε αυτά πολύ γρήγορα θα «έσκαγαν» από την πολλή χρήση. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν ο πλήρης έλεγχος, το... κουμάντο στα άλογά του – αφού μόνον αυτός γνώριζε ποιο άλογο ήταν στον πρώτο θάλαμο κάθε στιγμή.
 Κι έτσι έμεινε στα αγγλικά η έκφραση «Hobson’s choice»: μια δήθεν «ελεύθερη» εκλογή, όπου όμως το αποτέλεσμα είναι προαποφασισμένο – take it or leave it, που λένε και στο χωριό, κι όποιος δεν γουστάρει, πάει με τα πόδια... Με άλλα λόγια, η ψευδαίσθηση της επιλογής, είτε πρόκειται για τα άλογα και αργότερα τα αυτοκίνητα (με τυπικό παράδειγμα την περίφημη φράση του Χένρι Φορντ για το θρυλικό Model T: «Ο πελάτης μας μπορεί να το διαλέξει σε όποιο χρώμα θέλει, αρκεί να είναι μαύρο!») είτε πρόκειται για τη μοντέρνα αστική δημοκρατία μας και την «ελεύθερη εκλογή» των πολιτικών ηγετών μας, όπου μ’ έναν μαγικό τρόπο τα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά οι κεντρικές –και βαθύτατα άνισες και άδικες– πολιτικές και οικονομικές κατευθύνσεις παραμένουν ανέγγιχτες.
 Ένας άλλος Βρετανός, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ήταν από τους πρώτους που συνέδεσε τα παροιμιώδη άλογα του Χόμπσον με τα ψευτοδιλήμματα της κάλπικης αστικής δημοκρατίας, τονίζοντας –ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα– ότι πραγματική δημοκρατία είναι μόνον «όταν η πλειοψηφία των πολιτών δεν υπόκειται στην εκλογή του Χόμπσον, όπου είτε ψηφίζεις το πρόσωπο που σου υποδεικνύουν οι τοπικοί άρχοντες είτε δεν ψηφίζεις καθόλου»...
 Καμιά εξηνταριά χρόνια αργότερα, το 1922, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, ένας διάσημος δημοσιογράφος και μέλος της αμερικανικής πολιτικής ελίτ, ο Γουόλτερ Λίπμαν, πρωτοπεριέγραψε στο περίφημο βιβλίο του «Public Opinion» την έννοια της «κατευθυνόμενης δημοκρατίας», της Guided democracy: μιας φαινομενικά και τυπικά δημοκρατικής διακυβέρνησης, όπου ο κοσμάκης νομίζει ότι έχει το πάνω χέρι, αλλά που –μέσα από την επιστημονική χρήση της προπαγάνδας και των μέσων μαζικής επικοινωνίας– λειτουργεί σαν ντε φάκτο δικτατορία της άρχουσας τάξης.
Αντεστραμμένος ολοκληρωτισμός
 Σε αυτό το μνημειώδες έργο ταξικής κοινωνικής μηχανικής «πάτησε» και το τρομερό ανιψάκι του Φρόιντ, ο μεγαλοδιαφημιστής Εντουαρντ Μπερνέζ –του οποίου ο Λίπμαν υπήρξε μέντορας και στην αβάσταχτη κληρονομιά του οποίου είχα παλαιότερα αφιερώσει ένα ολόκληρο δρομο-λόγιο– για να γράψει την περίφημη «Προπαγάνδα» του: έναν ενδελεχή οδηγό για τη μαζική ψυχολογία και τις πρακτικές χειραγώγησης της κοινής γνώμης, τα διδάγματα της οποίας εφαρμόζονται πιστά ώς τις μέρες μας, σε όλο τον κόσμο, είτε πρόκειται για καθαρά καταναλωτικές «ελεύθερες επιλογές» –τι αμάξι να αγοράσω;– είτε για πολιτικό μάρκετινγκ – ποιον υποψήφιο να ψηφίσω;
 Αν και ο αγαπημένος μου όρος γι’ αυτό το παγκόσμιο πλέον φαινόμενο ανήκει στον σύγχρονο μοντέρνο πολιτικό επιστήμονα και φιλόσοφο Σέλντον Γουόλιν, που το 2003 έγραψε για το σημερινό πολιτικό σύστημα της Αμερικής πως είναι ένας Inverted totalitarianism – ένας «αντεστραμμένος ολοκληρωτισμός» που υπονομεύει εκ των έσω το Σύνταγμα αντικαθιστώντας το «συνταγματικό φαντασιακό» με το «φαντασιακό της ισχύος», στο όνομα της μάχης κατά του κομμουνισμού, της τρομοκρατίας ή κάποιου άλλου βολικού «εχθρού»...
 Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Γουόλιν, οι Κρις Χέτζις και Τζόε Σάκο εξήγησαν το 2012 ότι οι ΗΠΑ κυβερνιούνται πια από ένα πλέγμα διεφθαρμένων επιχειρήσεων που έχουν ανατρέψει στην πράξη τη δημοκρατία, ιδιωτικοποιώντας και ξεζουμίζοντας για το κέρδος τους κάθε φυσικό πόρο και χρησιμοποιώντας τον ακραίο καταναλωτισμό, τη λαϊκίστικη προπαγάνδα και την εξατομίκευση ως μοχλούς για την «οικειοθελή» παράδοση των ατομικών ελευθεριών από τους πολίτες.
 Το μόνο που χρειάζεται, για να δουλέψει ο μηχανισμός της συστηματικής προπαγάνδας, είναι αυτό που ο Γουόλιν αποκαλεί «justifying mission» – μια κεντρική δικαιολογία. Κι αν στην Αμερική είναι ο μύθος της υπερδύναμης-«ηγέτιδος του ελεύθερου κόσμου», που εξάγει τη «δημοκρατία» της –δηλαδή την κυριαρχία των ελίτ της– με τα όπλα, στην Ελλάδα ο κεντρικός μύθος, αλλά και το βασικό προεκλογικό χαρτί όλων ανεξαιρέτως των κυβερνώντων της τελευταίας επταετίας είναι η «έξοδος από τα Μνημόνια» και η «ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας»...
 Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι μόνοι Ελληνες που έχουν πετύχει την έξοδο από τα Μνημόνια είναι το μισό εκατομμύριο συμπολίτες μας που έχουν ήδη μεταναστεύσει σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Τι κι αν το ΑΕΠ της «ισχυροτέρας των Βαλκανίων» έχει υποχωρήσει σχεδόν 25% σε λιγότερο από μία δεκαετία, σε μια εκστρατεία προαποφασισμένης μαζικής φτωχοποίησης εν καιρώ ειρήνης, πρωτοφανή στην παγκόσμια οικονομική ιστορία – την ώρα που η ηγεμονική Γερμανία πανηγυρίζει για το 16ο σερί τρίμηνο συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης;
 Οι επίγονοι του Λίπμαν και του Μπερνέζ, τα τρισέγγονα του σταβλάρχη από το Κέμπριτζ, ετοιμάζουν κιόλας τις θημωνιές του φρέσκου σανού, για να μας βοηθήσουν να αποφασίσουμε σωστά στις επόμενες «ελεύθερες» εκλογές μας... [Πηγή: efsyn]

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Η συμπαθητική και μάταιη μαγεία των ευχών


 Αν δεν υπήρχαν οι ευχές, ίσως ο κόσμος να ’ταν καλύτερος. Διότι η ευχή υποκαθιστά τη συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια «για κάτι το καλύτερο» με μια άνευ νοήματος μαγική επίκληση για το «καλώς έχειν των πραγμάτων». (Η παμπάλαια ομηρική λέξη «ευχή» είναι σύνθετη, και παράγεται από το «ευ» και το «έχω». Συνεπώς, ευχή σημαίνει «έχειν καλώς», και κατά προέκταση «επιθυμία για το έχειν καλώς» των ανθρώπων και των πραγμάτων).
 Όμως παρά την αρχαιότητα των ευχών, ο κόσμος συνεχίζει να «έχει κακώς» κι αυτό σημαίνει πως οι ευχές αποδείχτηκαν ολικά ανεπαρκείς για την τακτοποίηση των κακώς κειμένων. Ωστόσο, όλες οι γλώσσες είναι κατάφορτες από ένα ατέλειωτο ευχολόγιο, πράγμα που σημαδεύει επίμονα τον άνθρωπινο πόθο για κάτι το καλύτερο. Δηλαδή, ο ρόλος της ευχής σταματάει στην κατάδειξη της επιθυμίας για ευτυχία, χωρίς βέβαια να υποδεικνύει κανέναν τρόπο για την επίτευξή της.
 Η ευχή είναι μια έννοια όχι απλά μεταφυσική αλλά πρωτόγονα μαγική, που παραπέμπει στη «συμπαθητική μαγεία», δηλαδή στην πίστη του πρωτόγονου ανθρώπου πως είναι αρκετό να αναπαραστήσεις μια πράξη ή να εκφωνήσεις με ειδικό τρόπο το όνομα ενός πράγματος, κι αυτή η πράξη ή αυτό το πράγμα θ' αποκτήσουν αυτόματα υπόσταση.
 Παίρνουμε και δίνουμε ευχές με μια απίθανη ευκολία. Άλλωστε, οι ευχές δε στοιχίζουν τίποτα, σε αντίθεση με τα δώρα που πρέπει να τα αγοράσει κανείς. (Τόσο το δώρο όσο και η ευχή λειτουργούν ψυχολογικά με τον ίδιο ακριβώς μαγικό τρόπο. Τούτη τη μαγική λειτουργία του δώρου θα τη δούμε μια άλλη φορά).
 Η ευχητική δοσοληψία, καθώς και η δωροληψία, είναι μια υπόθεση καθημερινή, αλλά στις γιορτές έχουμε πάντα ένα ευχολογικό και δωροληπτικό «μπουμ». Διότι οι εορταστικές ημέρες έχουν μια «ιδιαιτερότητα», επίσης μαγικής τάξεως: Παρόλο που κι αυτές οι ημέρες έχουν εικοσιτέσσερις ώρες, παρόλο που κουβαλούμε και σ' αυτές τα καθημερινά-μας βάσανα, παρόλο που η δυστυχία-μας λόγω ανεργίας ή από άλλα αίτια διογκώνεται ψυχολογικά αυτές τις μέρες εξαιτίας της απαίτησης για ευτυχία που επιβάλλει η ίδια η έννοια της γιορτής, παρόλα αυτά τα πολύ πεζά πράγματα, συνεχίζουμε να πιστεύουμε αφελώς πως η μαγική ευχή στο μαγικό περιβάλλον της γιορτής θα λειτουργήσει με πολλαπλάσια ένταση.
 Δηλαδή, όπως και οι μάγοι, συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως αν εκφωνήσουμε την κατάλληλη λέξη (άμπρα - κατάμπρα) την κατάλληλη στιγμή όλα θα παν καλύτερα. Μόλις περάσει η γιορτή διαπιστώνουμε με αφελή έκπληξη πως τίποτα δεν πήγε καλύτερα, αλλά αυτό δε μας εμποδίζει καθόλου να περιμένουμε την επόμενη γιορτή, όπου η πανάρχαιη πράξη της «συμπαθητικής μαγείας» θα επαναληφτεί για μυριοστή φορά και πάλι επί ματαίω.
 Μ' αυτά και μ’ άλλα, ο βίος-μας τελειώνει κάποτε, και στο χείλος του τάφου φωνάζουμε τον παπά να «διαβάσει» για λογαριασμό μας, αφού εμείς δεν μπορούμε να διαβάσουμε πια, την τελευταία ευχή για τη σωτηρία μας. Μιας και οι ευχές δε μας ωφέλησαν σε τούτη τη ζωή, ας μας συνοδεύσουν τουλάχιστον στην άλλη, όπου είναι η πραγματική-τους θέση.
 Καθημερινά κολυμπάμε στο ευχητικό πέλαγος μιας ευκταίας ευτυχίας, που όλο κινάει να ’ρθει και ποτέ δε φτάνει. Και πώς να φτάσει με μαγικές επικλήσεις εκ του ασφαλούς και χωρίς αγώνα; Η ευτυχία δεν είναι «εκ του Θεού», είναι «εκ των ανθρώπων».  Πράγμα που το ξέρουν όλοι εκτός απ’ τους παπάδες και τους περί αυτούς που κατάφεραν ν’ ανταλλάξουν ταχυδακτυλουργικά την επίγεια δυστυχία-τους με την προσδοκώμενη ουράνια ευτυχία.
  Όμως , οι νορμάλ άνθρωποι γνωρίζουν πως ο ξορκισμός των «κακών πνευμάτων» επί της γης είναι υπόθεση περισσότερο επείγουσα απ' τον ξορκισμό των «κακών πνευμάτων» στον ουρανό. Και γι’ αυτό, κάνουν ευχές πριν καταλήξουν στις προσευχές.
 Η προσευχή είναι κι αυτή μια ευχή αλλά κατευθυνόμενη «προς»: το Θεό, τον Άγιο και γενικότερα προς μια «δύναμη» απρόσωπη και ασαφή. Και ακριβώς το απρόσωπο του παραλήπτη της προσευχής είναι που μας υποχρεώνει να τον στοχεύουμε πολύ προσεχτικά, προκειμένου να πετύχουμε τον αέναα κινούμενο στόχο.  Για τον ίδιο λόγο η ευχή-μας, αν θέλουμε να πάρει το πρόθεμα «προς» και να μετατραπεί σε προσευχή, πρέπει να εκτοξευτεί με πάρα πολύ μεγάλη δύναμη. Η αραιή «ψυχική ενέργεια» της ευχής είναι εντελώς ακατάλληλη για έναν τέτοιο σπουδαίο σκοπό.   Συνεπώς πρέπει να πυκνώσουμε τούτη την ενέργεια με την άσκηση και αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε μόνοι-μας δεν έχουμε παρά να συμβουλευτούμε επί του θέματος τις οδηγίες του Ιγνάτιου Λογιόλα, που έγραψε σχετική πραγματεία υπό τον τίτλο «Πνευματικές ασκήσεις» προς χρήση των Ιησουιτών μοναχών, αυτών που δια της Ιεράς Εξετάσεως παλούκωσαν ουκ ολίγους ανίκανους να προσευχηθούν με τον αρμόζοντα τρόπο. 
 Είδαμε, λοιπόν, πως η ευχή και η προσευχή είναι το ίδιο πράγμα. Η διαφορά έγκειται μόνο στον παραλήπτη της μαγικής επίκλησης: Η ευχή απευθύνεται σε ανθρώπους, η προσευχή σε θεούς και πνεύματα άμεσα εξαρτημένα απ' αυτούς. Φυσικά, πρέπει να τροποποιήσει κανείς το περιεχόμενο της μαγικής επίκλησης, για να μην μπερδευτούν οι παραλήπτες: Αν η προσευχή δεν είναι κατάλληλα διαμορφωμένη μπορεί να εκληφθεί ως ευχή και να την εισπράξει κατά λάθος κάποιος άνθρωπος. Σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση, θα διαπράξουμε το αμάρτημα της ειδωλωλατρείας ή προσωπολατρείας, πράγμα που είναι το ίδιο σε τελική ανάλυση.
 Το «καλημέρα», «καλησπέρα» και τα συναφή, καθώς και το «μπάι μπόι», «τσιάο», «αλό» και οι ανάλογοι ξενόγλωσσοι βαρβαρισμοί που πλούτισαν το ήδη πλούσιο ευχολόγιο της ελληνικής γλώσσας, δεν είναι παρά κοινές και καθημερινές ευχές —τόσο κοινές και καθημερινές που έχασαν πια το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο και μετατράπηκαν σε σκέτους ήχους. Έτσι το «καλημέρα», για παράδειγμα, δε σημαίνει ακριβώς «σας εύχομαι μίαν καλή ημέραν» αλλά «σας είδα»: Λέμε σε κάποιον «καλημέρα» για να δηλώσουμε, απλώς, πως βρίσκεται εδώ και λίγη ώρα εντός του οπτικού-μας πεδίου, ότι δηλαδή η παρουσία-του δεν πέρασε απαρατήρητη, πράγμα που θα ήταν απρέπεια. Όσο για την «καλή σου μέρα», γνωρίζουμε από πείρα πως το καλό ή το κακό της ημέρας του κυρίου που χαιρετίσαμε είναι τελείως άσχετο απ’ την ευχή μας. Άλλωστε, τίποτα δεν αποκλείει ο εν λόγω κύριος να βρεθεί κάτω απ' τους τροχούς ενός αυτοκινήτου αμέσως μετά την ευχή-μας —και παρά την ευχή-μας. Ακόμα, όλοι ξέρουμε από οδυνηρή εμπειρία πως είναι κουτό να λες καλημέρα και να το εννοείς, όταν και ο χαιρετών και ο χαιρετώμενος εισπνέουν το γνωστόν αθηναϊκόν νέφος, η καταστροφική ύπαρξη του οποίου απέχει άπειρες ρυπαντικές μονάδες απ' την αρχική μεταφυσική αφετηρία της ευχής.
 Η απομεταφυσικοποίηση λοιπόν όλων των ευχών είναι ένα γεγονός. Οι ευχές έχουν μετατραπεί σε κενούς τύπους ευγένειας, που ωστόσο διατηρούν αταβιστικά ένα μέρος από το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο, έτσι για να μην ξεχνάμε τον πρωτογονισμό-μας.
 Πάντως καλό είναι, τώρα στους πεζούς καιρούς-μας, για έγκυρες και αποτελεσματικές ευχές να καλείτε τον παπά. Αυτός, εκτός από το Ευχολόγιο (βιβλίο ιερό με ξόρκια δια πάσα νόσον και πάσα μαλακίαν) διαθέτει και το δυστυχώς παρακμασμένο Ευχέλαιον, που είναι ένα από τα εφτά μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πρόκειται όντως για ένα πολύ μυστηριώδες μυστήριο, μιας και σ’ αυτό η ευχή και το λάδι αποτελούν αμάλγαμα πολύ μεγάλης μαγικής δύναμης.
 Αν ούτε το Ευχέλαιο λύσει το επίμονο πρόβλημά σας, τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Είτε το πρόβλημά σας είναι τάξεως ψυχολογικής, οπότε θα χρειαστείτε ψυχίατρο — ψυχαναλυτή, είτε είναι τάξεως κοινωνικής, οπότε θα χρειαστεί να εγγραφείτε στο συνδικάτο ή σε κάποιο κόμμα. 
 Κείμενα στο Έθνος – Βασίλης Ραφαηλίδης [Πηγή: www.doctv.gr]


 ..Αντί σχολίου: Σας εύχομαι: ... Καλή "ανάπτυξη", καλή "πρόοδο", καλές "συντάξεις", καλούς "μισθούς", καλές "δουλειές", ... η δημοκρατία ΘΑ νικήσει, ... η δικαιοσύνη ΘΑ λάμψει,....
  Βασικά καλησπέρα σας.... Ε Δ Ω 
   

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Φθηνό εξοχικό στον παράδεισο


Πήγε χτες ο μπάρμπα Θόδωρος σε κτηματομεσίτη να εκτιμήσει ένα χαμόσπιτο που έχει σε ένα χωράφι. Το χαμόσπιτο χαμόσπιτο αλλά γύρω με αυλές σε νησί του Αιγαίου, σε τέλεια θέση με θέα να βλέπει τη θάλασσα, δέκα λεπτά από κάθε παραλία, με άπλα. Ο μεσίτης, μιλημένος, του είπε 25-30 χιλιάρικα το πολύ. Οι Γερμανοί πελάτες που και καλά έβαλαν τον μπάρμπα Θόδωρο να πάει στον μεσίτη να «δει» τι γίνεται, ευχαριστημένοι.
 Με ρώτησε και εμένα, τον μορφωμένο, τη γνώμη μου. Του είπα να πάει να πει στον μεσίτη να ντρέπεται και στους Γερμανούς να ψάξουν αλλού για κορόιδα και πως τους φτύνω στη μάπα. Ας πάνε στο Βερολίνο να αγοράσουν κάτι με 25 χιλιάρικα, που δε σε φτάνει ένα 10ρικο το χρόνο μόνο για ενοίκιο.
 Βλέπω κοράκια από την Fraport έως τον μέσο Βαυαρό που θέλουν αεροδρόμια έως φτηνό εξοχικό στον παράδεισο να αγοράζουν για ψίχουλα τη χώρα μου και τους ηλίθιους τους συμπατριώτες μου τα πρόβατα να ωρύονται για τους «λαθρομετανάστες» που θα τους πάρουν την πατρίδα, για ονόματα και Μεγαλέξαντρους, και να κάνουν κουβέντες του τσαμπουκά στους καφενέδες για τους «αλήτες» τους πολιτικούς που φταίνε για όλα.
 Άντε στο διάολο πια... (Τα έχει όμως ανάγκη ο μπάρμπα Θόδωρος. Γιατί πλέον έχει καταντήσει να τρώει και να αγοράζει φάρμακα. Για αυτό φτάνει μόνο η σύνταξη).
 Α στο διάολο δυο φορές. Σιχάθηκα. Να με συγχωρείτε για την ένταση αλλά είμαι τρομερά λυπημένος. Γιατί για πολύ κόσμο δε βλέπω διέξοδο από τις παγίδες τέτοιων λύκων πια, δικών μας και ξένων και της αμορφωσιάς και της απληστίας και της αιώνιας βλακείας του είδους μας.  (Γιώργος Τυρίκος-Εργάς, Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη προσωπική σελίδα του mko.aggalia.)   [Πηγή:  www.doctv.gr]


 Σχόλιο: ... Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω στα ανωτέρω είναι το: Α στο διάολο πολλάκις...
  Όχι για έμφαση ή από την ανάγκη προσωπικής εκτόνωσης, αλλά επειδή τα "χαρακτηριστικά γνωρίσματα" της αμορφωσιάς, της απληστίας και της αιώνιας βλακείας του είδους μας, που ευθύνονται για την κατάντια μας, έχουν καταγραφεί σε όλες τις "επιστημονικές έρευνες" από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα όπως ενδεικτικά μπορείτε να διαπιστώσετε: 1. Ε Δ Ω  ΚΑΙ 2. Ε Δ Ω 
                                                                                                                                                      [Κ.Φ.]


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Η κατάθλιψη είναι πολιτικό ζήτημα


 ΑΣ ΤΟ ΑΠΑΡΑΔΕΧΤΟΥΜΕ. O κόσμος όπως τον έχουμε φτιάξει είναι ένα εχθρικό μέρος για να ζούμε. Περισσότερα από 300 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από κατάθλιψη, με ανησυχητική αύξηση 20%  μέσα σε μια δεκαετία (2005-2015). Την ίδια στιγμή άλλα 260 εκατομμύρια υποφέρουν από αγχώδεις διαταραχές. Πολλοί υποφέρουν και από τις δύο. Ενώ στις αρχές του 2000 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) προέβλεπε ότι η κατάθλιψη θα γινόταν πρώτη αιτία ασθενειών το 2020 αυτή η πρωτιά ήρθε το 2016.
 Η ΑΓΩΝΙΑ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ:
 ΑΜΕΡΙΚΗ: Η διάγνωση ισχυρής κατάθλιψης αυξήθηκε στις ΗΠΑ κατά 33% μέσα σε πέντε χρόνια σύμφωνα με την Αμερικάνικη Ασφαλιστική Εταιρία Blue Cross Blue Shield (BCBS). Αυτή η αύξηση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης είναι ακόμα μεγαλύτερη μεταξύ των millennials (η ηλικιακή ομάδα που αποτελείται από τους γεννημένους μεταξύ 1981- 1996) κατά 47% και στους εφήβους με αύξηση κατά 47% για τα αγόρια και 65% για τα κορίτσια.
-Η αύξηση των αυτοκτονιών επίσης αποτελεί μια νέα τρομακτική πραγματικότητα. Η US Centers for Disease Control and Prevention δημοσίευσε μια έρευνα στις αρχές του Ιουνίου 2018 κατά την οποία δείχνει ότι οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν την τελευταία εικοσαετία μέχρι το 2016 κατά 25% σε ολόκληρη την Αμερική. Σε εικοσιπέντε Πολιτείες η αύξηση ήταν πάνω από 30% σύμφωνα με κρατικές εκθέσεις.
 ΕΥΡΩΠΗ: Σύμφωνα με συστηματικές στατιστικές έρευνες (Π.Ο.Υ., 2014) στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ισλανδία, Νορβηγία και Σουηδία το 27% του ενήλικου πληθυσμού (18-65) βίωσε τουλάχιστον μία ψυχική διαταραχή την περασμένη χρονιά (σε αυτές συνυπολογίζονται προβλήματα σχετικά με ναρκωτικές ουσίες, ψυχώσεις, κατάθλιψη, άγχος και διατροφικές διαταραχές). Αυτοί οι αριθμοί σημαίνουν ότι 83 εκατομμύρια υπέφεραν κα υποφέρουν. Όμως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σημειώνει ότι ακόμα κι αυτοί οι αριθμοί υποτιμούν το πρόβλημα αφού το περιορίζουν σε συγκεκριμένο αριθμό διαταραχών και δεν υπάρχουν πληροφορίες για όσους είναι πάνω από 65 ετών που αποτελούν μια ομάδα υψηλού ρίσκου.
 ΕΛΛΑΔΑ: Πανελλαδικές επιδημιολογικές μελέτες καταγράφουν αύξηση της μείζονος κατάθλιψης από 3,3% το 2008, σε 6,8% το 2009, 8,2% το 2011 και 12,3% το 2013. Στη συγκεκριμένη έρευνα, κατάθλιψη δήλωσε το 4,7% του πληθυσμού, ποσοστό αυξημένο κατά 80,8% σε σχέση με το ποσοστό του 2009 (2,6%). Ενώ σε παλαιότερες έρευνες η μείζων κατάθλιψη φαινόταν να επηρεάζει περισσότερο τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τους άγαμους, σε πιο πρόσφατες αυτό αλλάζει και τα άτομα νεότερης ηλικίας και οι έγγαμοι φαίνονται πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση μείζονος κατάθλιψης.
-Στο πλαίσιο της μελέτης Ε.ΜΕ.ΝΟ-Εθνική Μελέτη Νοσηρότητας και Παραγόντων Κινδύνου, που πραγματοποιήθηκε το 2014 βρέθηκε πως το ποσοστό των ατόμων με συμπτώματα κατάθλιψης ανήλθε στο 16% και εκείνων με συμπτώματα άγχους στο 24%, τα οποία είναι ανησυχητικά υψηλά και, σύμφωνα με τους ερευνητές, ενδεικτικά μεγάλης και συνεχούς διαχρονικής αύξησης. Επίσης, στο πλαίσιο της μελέτης επιβεβαιώθηκε η συσχέτιση του άγχους και της κατάθλιψης με την ανεργία.
-Αυξημένες πιθανότητες εκδήλωσης διαταραχής γενικευμένου άγχους εμφανίζονται να έχουν οι άνδρες, τα άτομα 25-44 ετών με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο, οι έγγαμοι και οι εργαζόμενοι.
 ΤΙ (ΜΑΣ) ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ; Γιατί αρρωσταίνουμε ψυχικά; Πώς έγινε και η κατάθλιψη (που περιλαμβάνει για σημαντικό χρονικό διάστημα θλίψη, κενό κι απελπισία, κόπωση, αίσθηση αναξιότητας, δυσάρεστες σκέψεις, αϋπνία, μεταβολή σωματικού βάρους και έλλειψη ενδιαφέροντος για τα πάντα) μπήκε στην καθημερινότητα μας; Πότε ακριβώς αρχίσαμε να χρειαζόμαστε φάρμακα για να κατευνάσουμε το τέρας της κατάθλιψης; Πότε αποφασίσαμε να βάλουμε τόσο ψηλά τον πήχη της τελειότητας ώστε όλοι να τον περνάμε από κάτω και να απελπιζόμαστε; Πότε ακριβώς θελήσαμε να ζήσουμε σε «αρμονία» με το σύμπαν. Πώς έγινε και η Δύση που δημιούργησε και βάσισε τον πολιτισμό της σε ανθρώπους που δεν ήταν ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, σε δημιουργούς που αισθανόντουσαν ατελείς τώρα να μας προτρέπει με μανία να είμαστε ένα εύρωστο Όλον;
 Από τις αρχές του 21ου αιώνα υπάρχει μια παγκόσμια πίεση να είμαστε καλά κι αυτό σημαίνει ευζωία και την ευημερία με κάθε κόστος και τίμημα. Ουσιαστικά μάς επιβάλλεται σαν κοινωνική νόρμα να είμαστε όχι απλώς καλά αλλά διαρκώς καλά: να αναβλύζουμε συνεχώς θετικότητα. Πρόκειται για μια μοντέρνα παγίδα που στρέφεται εναντίον μας. Στο κυνήγι της ευτυχίας, της χαράς και της κατανάλωσης συνεχώς υπολειπόμαστε. Η καλοπέραση ως εικοσιτετράωρη βάρδια εφτά μέρες την εβδομάδα δημιουργεί δυσφορία και κόπωση. Το σύνδρομο της Καλής Ζωής μας οδηγεί στην αναζήτηση της καλύτερης δίαιτας, στην πολιτική ορθότητα, στο εταιρικό χαμόγελο του συμμορφούμενου υπαλλήλου, στην απαίτηση για αιώνια νεότητα, στην προβολή μας στα κοινωνικά δίκτυα ως ξένοιαστης, ευτυχισμένης εικόνας διαφημιστικού γιαουρτιού ή μπύρας. Είναι ένας κόσμος που το να δείχνεις καλά έχει γίνει ίδιο με να αισθάνεσαι καλά. Τα οράματα της κοινωνικής αλλαγής έχουν αντικατασταθεί από τις επιδιώξεις και την προσπάθεια της ατομικής μεταμόρφωσης και ο πολιτικός διάλογος έχει αντικατασταθεί από αδιάφορες ηθικολογίες και κοινότοπα new age τσιτάτα καλής ζωής.
 Το πρόβλημα όμως είναι πολιτικό. O καπιταλισμός -που πλέον δεν αποτελεί σύστημα αφού έχει εκτροχιαστεί σε ένα πρωτόγονο δαρβινισμό όπου ο ισχυρότερος επιβάλλει το δίκιο του πάνω στον ανίσχυρο- επιμένει ν’ αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία σαν ένα φυσικό φαινόμενο όπως ο καιρός. Όμως ο καιρός όπως έχουμε αντιληφθεί δεν είναι πλέον φυσικό γεγονός όσο πολιτικο-οικονομικό αποτέλεσμα. Στις δεκαετίες του 1960 και 70 φιλόσοφοι όπως ο Laing, ο Foucault, ο Deleuze και ο Guattari πρότειναν καινοτόμες θεωρίες αντιμετωπίζοντας διανοητικές εκδηλώσεις όπως η σχιζοφρένεια ως πολιτικό αποτέλεσμα.
 Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι να πολιτικοποιήσουμε ακόμα περισσότερες κοινές διαταραχές. Η ευρεία αποδοχή τους είναι καθεαυτό ένα ζήτημα: στη Βρετανία η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται από το Σύστημα Υγείας. Ο Oliver James στο βιβλίο του The Selfish Capitalist, συσχετίζει πειστικά το αυξανόμενο ποσοστό ψυχικών δυσλειτουργιών με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του καπιταλισμού που ασκείται σε χώρες όπως η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία.
 Στην ίδια γραμμή με τον Oliver και o James Mark Fisher (στο Capitalist Realism: Is There No Alternative) υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να επανεξετάσουμε το αυξανόμενο πρόβλημα του άγχους και της κατάθλιψης στις καπιταλιστικές κοινωνίες. «Αντί να θεωρούμε ότι κάθε άτομο πρέπει να αναλάβει το ίδιο το βάρος της επίλυσης του άγχους του, αντί δηλαδή να αποδεχτούμε την τεράστια ιδιωτικοποίηση του άγχους τα τελευταία τριάντα χρόνια χρειάζεται να αναρωτηθούμε: πώς έχει γίνει αποδεκτό τόσοι πολλοί άνθρωποι και ειδικά τόσοι πολλοί νέοι να είναι άρρωστοι;».
 Η σημερινή πραγματικότητα αρνείται την κοινωνική αιτία των ψυχικών ασθενειών. Η χημειο-βιολογικοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες που θεωρεί ότι οι σκέψεις και η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα βιολογικού προγραμματισμού ότι δηλαδή είμαστε μαριονέτες της εξέλιξης δεν αφήνει κανένα περιθώριο για πολιτικοποίηση. Η αντίληψη ότι οι ψυχικές ασθένειες είναι ατομικό χημειο-βιολογικό πρόβλημα συμφέρει τον καπιταλισμό γιατί καταρχάς ενισχύει την εξατομίκευση –είσαι άρρωστος εξ αιτίας της χημείας του εγκεφάλου σου- και δεύτερον προσφέρει μια κερδοφόρα διεθνή αγορά στην οποία πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες πουλάνε αντικαταθλιπτικά. «Εάν είναι αλήθεια ότι η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα χαμηλών επιπέδων σερετονίνης χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί κάποιοι έχουν χαμηλά επίπεδα σερετονίνης. Χρειαζόμαστε μια κοινωνική και πολίτική εξήγηση. Είναι χρέος μας να επαναπολιτικοποιήσουμε τις ψυχικές ασθένειες και μάλιστα επείγον εάν η αριστερά θέλει να αμφισβητήσει την καπιταλιστική πραγματικότητα» λέει ο James Mark Fisher.
 Οικοδομούμε μια λιπόθυμη κοινωνία, χωρίς πάθη, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς προσπάθεια, από την οποία έχουν εξοστρακιστεί ο θάνατος και η φθορά, χωρίς έντονα αισθήματα, με την υποδόρια προτροπή γίνε πλούσιος και διάσημος μέχρι τα 25 χωρίς προσπάθεια και αξίες. «Δεν μου αρέσει η εικόνα μιας βιολογικής, υγιεινολογικής, ασηπτικής, αποστειρωμένης κοινωνίας» είπε ο Jacques Derrida.
  Η εικόνα της εποχής μας είναι μια καταθλιπτική εικόνα: η Κιμ Καρντάσιαν με την έντονη στεατοπυγία κολυμπάει σε δολάρια σε μια τεράστια τηλεοπτική οθόνη ενώ οι θεατές της στέλνουν εκατομμύρια καρδούλες φθονώντας την. Ο κόσμος που δεν ανεμίζει καμία ιδέα, που όλα πουλιούνται και τίποτα δεν έχει αξία δημιουργεί φτήνια, αγριότητα, ανταγωνισμό και αρρώστια, ενώ το σλόγκαν να «είσαι ο εαυτός σου» υπονοεί ύπουλα ότι ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του και κανενός δεν αυξάνεται η σερετονίνη όταν καθημερνά αγκαλιάζει το τέρας.
[Πηγή: www.doctv.gr]

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Φτωχές σπουδές στην έννοια πολίτης



 Το να λες «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτή σου επιφυλάσσει οδύνες και στενοχώριες, η θέληση για ζωή, που είναι ανεξάντλητη, οδηγεί στη χαρά του είναι ή του γίγνεσθαι – όπως θέλει το παίρνει κανείς. Αυτό σημαίνει ότι σέβεσαι τις μεγάλες αντιθέσεις της· όχι, όμως, όταν οι τελευταίες δεν είναι ακριβώς δικές της, αλλά όταν κατασκευάζονται από «ειδικούς» της πολιτικής και του πολιτισμού.
 Επόμενο του σεβασμού βήμα είναι να μην ανεχθεί κάποιος αυτές τις «ανωμαλίες» και να προσπαθήσει να τις εξαλείψει, ει δυνατόν με ειρηνικά μέσα.
 Αρχές και αξίες ηθικές δεν επικρατούν πλέον πουθενά στον κόσμο, σε κανένα πολίτευμα, σε καμιά ιδεολογία, σε κανένα καθεστώς, άσε που όλα τα σύγχρονα καθεστώτα είναι απλώς διεστώτα, διαιρούν ήγουν και διαχωρίζουν τους ανθρώπους: σε αποκλεισμένους από την κοινωνία και από ό,τι αυτή προσφέρει στα μέλη της, από τη μία, και σε προσκολλημένους στην εξουσία, από την άλλη [τους γνωστούς λακέδες, που λείχοντας ή έρποντας καταφέρνουν να προμηθευτούν τα ψιχία τους, να επικρατήσουν επί των «εχθρών» και λοιπά].
 Η πολιτική έχει εκπέσει, οι ιδεολογίες προ πολλού. Όσοι ενασχολούνται με φανατισμό και σε καθημερινή βάση δεν είναι βέβαια –προς θεού– ενεργοί πολίτες. Αηδιαστικό εκείνο το «ενεργοί» δίπλα στους πολίτες· όταν είσαι πολίτης είσαι τα πάντα, ξέρεις τι λες, τι κάνεις, τι επιθυμείς, τι οργανώνεις, τι προτείνεις, τι διεκδικείς.
 Πώς να υπάρξουν πολίτες όταν δεν υπάρχουν πολιτείες [δημοκρατίες]; Πώς να ακμάσει η έννοια όταν οι σπουδές είναι φτωχές ή ανύπαρκτες, όταν οι εξουσίες ενδιαφέρονται μόνο για τη διαιώνισή τους;
 Οι άνθρωποί της εξυπονοείται. Πρόκειται για ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν ένα νόημα μέσω αυτής της «ενασχόλησης» ή να καλύψουν τα κενά της ύπαρξής τους, να γεμίσουν τη ζωούλα τους με άλλα λόγια, να, επιτέλους, κυβερνήσουν – αυτοί και όχι οι «άλλοι», οι αντίπαλοι.
 Αυτά συμβαίνουν στα δύο στρατόπεδα της πολιτικής, που τούτη την ώρα εκπροσωπούνται η μεν κυβέρνηση από το κράμα «αριστερών»-ντουροδεξιών, η δε αντιπολίτευση από ένα συνονθύλευμα ακραίων φιλελεύθερων, δεξιών νέας κοπής αλλά και ακροδεξιών – ο ένας μάλιστα είναι και αντιπρόεδρος αυτού του κόμματος.
 Είναι λυπηρό – και κουραστικό. Δεν έχουν καταλήξει μόνο οι πολιτικοί να είναι αδίστακτοι αλλά και τινές (;) ψηφοφόροι, που σε περιμένουν στη γωνία έτσι και αρθρώσεις μικρή κριτική για τα από την κυβέρνηση πραττόμενα – σιγά τα πραττόμενα. Το τι συμβαίνει στην κοινωνία... – κι αυτό κουραστικό είναι.
 Και τι κάνουμε; Απολαμβάνουμε [αλλά με άδειο στομάχι και ψυχικές διαταραχές] την πολιτική σχιζοφρένεια αδύναμοι και αμήχανοι; Και πού οδηγεί κάτι τέτοιο; [«Ποιες είναι οι δικές σας προτάσεις;» ρωτάνε αναιδώς μερικοί εκείνους που διαφωνούν με τα μνημόνια και την προθυμία της «αριστερής» κυβέρνησης.
«Να υποστείλετε την οίηση», θα ήταν μια κομψή και ήπια απάντηση]. Παρ’ όλα τα φοβερά και τρομερά που συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή, οι άνθρωποι καταφάσκουν στη ζωή, όσο μίζερη και λειψή κι αν είναι – έτσι την κατάντησαν οι δεξιοί και οι αριστεροί της τελευταίας ειρηνικής περιόδου της χώρας. Μάλλον δεν το ξέρουν ή δεν μπορούν να το κατανοήσουν, να το αποδεχτούν. Ποιοι, αυτοί; Οι «σωτήρες»;  [Πηγή: efsyn]    

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Συνταξιούχε, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι…


 Ο πατέρας μου, παιδάκι τότε, έζησε τον πόλεμο. Και τον εμφύλιο. Την μπότα του φασισμού και την τρομοκρατία της πείνας. Έζησε το 1-1-4 και τους Λαμπράκηδες. Τη Φρειδερίκη-φρίκη και τον ανύπαρκτο Παύλο. Τον Κοκό και τα διόδια για βασιλόπροικες ή βασιλόπροκες, όπως το εκλάβετε.
  Τον Καραμανλή και το Γεώργιο Παπανδρέου, τη χούντα και τη μεταπολίτευση, το ζιβάγκο του Αντρέα, του Γεωργίου Μαύρου την ήττα, το «δε θέλω ου» του Ράλλη, το μουστάκι του Κατσιφάρα, το φουλάρι της Μελίνας να ανεμίζει με φόντο τον Παρθενώνα, του Γεννηματά τις ιδέες και του Τρίτση το σακάκι στον ώμο.
 Τον θυμάμαι να κλαίει όταν ο Αντρέας, από το μπαλκόνι, είπε τη σημαίνουσα τότε φράση «Η Ελλάδα, στους Έλληνες».
 Σήμερα, τον πήγα με το αυτοκίνητο σε ένα ξεχαρβαλιασμένο ΑΤΜ να σηκώσει τα τελευταία ευρώ από τη σύνταξή του. Στον δρόμο, τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε. Μια στάση στο φαρμακείο, τα ρημάδια τα αντιυπερτασικά πάλι τέλειωσαν κι οι «μπανέλες» για το μετρητή σακχάρου.
 Μια ακόμη στάση στο σουπερμάρκετ, γιαούρτι με % τοις εκατό λιπαρά, άνοστο και άγευστο σαν τις υποσχέσεις των εκάστοτε κυβερνώντων. Λίγο τυράκι, κάνα δυο φρυγανιές, μερικές ζουπηγμένες ντομάτες, το μακαρόνι που δεν κάνει για το ζάκχαρο αλλά «φτουράει» κι είναι φτηνό.
 Μάτια δεν σήκωνε να με κοιτάξει.
 Τον θυμάμαι με τι τσαγανό έφευγε κάποτε για τις διαδηλώσεις. Πώς μας ειδοποιούσαν ότι κάνει απεργίες πείνας και ότι τον συνέλαβαν για «αντίσταση κατά της αρχής».
 Τον θυμάμαι να με καθίζει στα γόνατα και να μου μιλά για την ιστορία της χώρας, τις ιδεολογίες, τις διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, τον ρόλο της Βουλής, την αξία της δημοκρατίας.
 Να μου δίνει, από παιδάκι, να του διαβάζω δυο και τρεις εφημερίδες καθημερινά κι έπειτα να με ρωτάει τι κατάλαβα. Να μην καλύπτει με τις δικές του απαντήσεις τα ερωτήματά μου, μα να με αφήνει να ψάχνω μόνη μου το αίτιο και το αιτιατό.
 Μια στάση ακόμη. Στο κρεοπωλείο. Λίγο κιμά. «Η μάνα σου έχει χαμηλό αιματοκρίτη, και….» απολογείται. Δεν του απαντώ. Τι να πω;
 Είναι ογδόντα έξι. Πότε μιλάει σαν πολυβόλο και πότε σωπαίνει και δεν του παίρνεις κουβέντα. Ειδικά όταν τα άνεργα εγγόνια του είναι μπροστά.
 Μόνο τα κοιτάζει με μάτια που καίνε, σαν τότε που έφευγε για τις συγκεντρώσεις κι ερχόταν παθιασμένος να μας αφηγηθεί πως «…ο αγώνας τώρα δικαιώνεται».
 Μπαίνει σκυφτός στο σπίτι. Η μάνα μουρμουράει, πάλι. Εκείνος, με κοιτάζει ξανά. Βάζει το χέρι στην τσέπη, το ξαναβγάζει.
«Παιδί μου… πληρώθηκες;» με ρωτάει. Γελώ, για να μην κλάψω. Μπροστά του. «Κάτι πήρα, βρε μπαμπά, μη νοιάζεσαι…».
 Επιμένει. «Η μικρή; Της έδωσες; Πες της πως ο παππούς τής χρωστάει χαρτζιλίκι…» η φωνή του, τρεμοπαίζει. Κοιταζόμαστε. Παίζουμε θέατρο κι οι δύο, ο ένας για χατίρι του άλλου. Το χειρότερο είναι πως το ξέρουμε.
 Η μάνα μου, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα: «Μπα; Τώρα με την επιμήκυνση θα ψιχαλίσει λεφτά;» Ξανακοιταζόμαστε.
 Ο περήφανος, ο ανυπότακτος πατέρας μου, ο ιδεαλιστής, ο συνδικαλιστής που δεν βόλεψε τα παιδάκια του, τα ανιψάκια του ή τα εγγονάκια του, ο μη χρηματισμένος και πάντα γελαστός μα γελασμένος, κυρτώνει τη ράχη.
 Νιώθει υπεύθυνος για την κατάντια της πατρίδας, για το πολιτικό πελατειακό σύστημα, για τη διαφθορά και τη διαπλοκή που μας έφεραν σε θέση άμυνας και υποδούλωσης έναντι των «εταίρων», για τις «εταίρες» της εξουσίας, για το αναίτιο των διεκδικήσεών του, για την υποτίμηση των αγώνων και των αγωνιών.
 Κάθε μέρα, σαν άλλος Οδυσσέας χάνει τους παλιούς του συντρόφους. Άλλους, τους έχει μετατρέψει η εξουσιαστική Κίρκη σε… χοίρους, κι άλλους τους παίρνει το πικρό κύμα της πενιχρής διαβίωσης. Γι' αυτούς ούτε τάφος, ούτε μνήμη, ούτε δάκρυα, ούτε δικαίωση. Φτωχέ μου, πατέρα…
 Σ’ αυτόν και σ’ όσους σαν αυτόν, να δω πώς θα επιβληθούν οι μειώσεις. Πώς θα του πείτε: «Σφίξε κι άλλο το ζωνάρι…» [ Συντάκτης: Μαργαρίτα Ικαρίου ]


...Αντί σχολίου... " Η μάνα μου, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα: «Μπα; Τώρα με την επιμήκυνση θα ψιχαλίσει λεφτά;» Ξανακοιταζόμαστε.".....
 Γι' αυτή την "επιμήκυνση" και τα "θετικά" της, έγραψα (με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες) τον Οκτώβριο του 2014...  Ε Δ Ω 
 Να λοιπόν πώς θα το πουν: Για το Δημόσιο συμφέρον, για το καλό της Δημοκρατίας, για το καλό της "τερατώδους ανάπτυξης" και για τελευταία 17η φορά (μέχρι την επόμενη), συνταξιούχε σφίξε κι άλλο το ζωνάρι. Τι πρόβλημα έχουν;;; ......           [Κ.Φ.]

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Η τέχνη να λέμε όχι


 Ποιες είναι οι λέξεις-κλειδιά που μας είναι αναγκαίες για να προσανατολιστούμε μέσα στη σύγχυση των καιρών μας; Το ερώτημα αυτό απηύθυνε ο συντάκτης της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica» Φράνκο Μαρκοάλντι στον μεγάλο κριτικό και στοχαστή Τζορτζ Στάινερ. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο Στάινερ.

«Θα ξεκινούσα από μια από τις πιο απλές και πιο μικρές λέξεις του λεξιλογίου: τη λέξη "όχι". Έχουμε χάσει την τέχνη να λέμε "όχι". Όχι στην ωμότητα της πολιτικής, όχι στην τρέλα των οικονομικών αδικιών που μας περιβάλλουν, όχι στην εισβολή της γραφειοκρατίας στην καθημερινή μας ζωή. Όχι στην ιδέα ότι μπορούν να γίνονται αποδεκτοί ως φυσιολογικοί οι πόλεμοι, η πείνα, η παιδική σκλαβιά. Υπάρχει μια πελώρια ανάγκη να ξαναρχίσουμε να προφέρουμε αυτή τη λέξη. Κι όμως, είμαστε ανίκανοι γι' αυτό.
 Πιστέψτε με, τρομάζω μπροστά στην ενδοτικότητα τόσων καθώς πρέπει προσώπων, που έχουν μεταμορφωθεί σε πρωταθλητές της μοιρολατρίας. Που δηλώνουν ανοιχτά το σκεπτικισμό τους σχετικά με το ανώφελο της διαμαρτυρίας, λες και το να διαμαρτύρεται κανείς έχει γίνει κάτι το ενοχλητικό.
 Οι μεγαλύτερες όμως προσωπικότητες του καιρού μας, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Βάτσλαβ Χάβελ, δεν ένιωσαν ποτέ αυτόν τον τύπο της ενόχλησης. Ωστόσο, η οικογένεια και το σχολείο, για να μη μιλήσουμε για όλο το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μεταδίδουν συστηματικά αυτόν τον ιό. Μας προδιαθέτουν για τον πιο ολικό κομφορμισμό.
 Γι' αυτό είναι θεμελιώδες να ξαναρχίσουμε την αντίσταση ενάντια στα ψεύτικα είδωλα του καιρού μας. Ξεκινώντας από το κυριότερο: το χρήμα. Χρειάζεται να αντισταθούμε στο φασισμό του χρήματος. Μιλώ για φασισμό, γιατί δεν βρίσκω πιο κατάλληλο όρο για να περιγράψω την καταιγιστική διάδοση μιας λογοκριτικής και δεσποτικής εξουσίας. Σήμερα όλα μυρίζουν χρήμα.
 Η ίδια η πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του χρήματος. Κάτι γνωρίζετε γι' αυτό εσείς στην Ιταλία. Αλλά και άλλα έθνη δεν είναι απρόσβλητα από τον κίνδυνο μιας τέτοιας παρέκκλισης. Σας αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα: Πρόσφατα είδαμε να κλείνουν τράπεζες και εργοστάσια. Είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα να χάνουν τη δουλειά τους και ταυτόχρονα παρακολουθήσαμε το επαίσχυντο θέαμα των διευθυντικών στελεχών που αποχωρούσαν εισπράττοντας πελώρια ποσά ως μπόνους.
 Δεν είναι απόλυτο αίσχος; Θα ευχόμουν μπροστά σε όλα αυτά να υψωνόταν ισχυρό από τους δρόμους και τις πλατείες το "όχι". Αντίθετα, όμως, κυριάρχησε η συνήθης θλιβερή παθητικότητα. Προφανώς το άτομο παραμένει παθητικό επειδή έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σχηματισμό ανώνυμων δυνάμεων τόσο ισχυρό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.
 Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος παράγοντας που δεν πρέπει να τον λησμονάμε: η καταστροφή των ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, ξεκινώντας από το μαρξισμό στις διάφορες πολιτικές εφαρμογές του, άφησε πίσω της καμένη γη. Και η καταστροφή δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και πολιτισμική.
 Για να συνεννοούμαστε: η Ιταλία χωρίς τον Γκράμσι είναι μια ακρωτηριασμένη χώρα, μια αγνώριστη χώρα. Βλέπετε, όταν ήμουν νέος, οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να κάνουν αυτά που εγώ αποκαλώ "δημιουργικά" λάθη. Επειδή στη ζωή ενός νέου είναι θεμελιώδες το να μπορεί να κάνει λάθη, για να δημιουργεί μιαν έντονη και παθιασμένη ζωή. Σήμερα αυτό δεν είναι πλέον δυνατό. Και είναι τρομερό να σκεφτούμε ένα δεκαοχτάχρονο που βλέπει να του αρνούνται κάθε ιδεολογικό και ουτοπικό ενθουσιασμό.
 Υπάρχει ένα μικρό επεισόδιο που για μένα αντιπροσώπευε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Ήμασταν στον καιρό του ανταρτοπόλεμου στη Λατινική Αμερική. Η συζήτηση με μιαν ομάδα φοιτητών μου προεκτάθηκε στον ισπανικό εμφύλιο. Τους ρώτησα αν θα πραγματοποιούσαν ποτέ επιλογές ανάλογες με εκείνες των γονέων τους, οι οποίοι είχαν πολεμήσει ή και είχαν σκοτωθεί για την ελευθερία αυτής της χώρας. Την επόμενη μέρα έλαβα μιαν επιστολή που έλεγε: "Αγαπητέ καθηγητή Στάινερ, στην τωρινή κατάσταση, οποιαδήποτε εμπλοκή σε διεθνείς μάχες για την ελευθερία θα μας μετέτρεπε αναπόφευκτα σε συνενόχους.

 Δέστε τι τρομερά πράγματα έκαναν οι κομμουνιστές, δέστε τι τρομερά πράγματα κάνει η CIA. Λυπούμαστε, εμείς δεν θέλουμε να εξαπατηθούμε άλλη μία φορά". Αν η μοναδική έγνοια είναι να μην εξαπατηθούμε, πού θα βρούμε τη δύναμη για να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα της φαντασίας; Να σκεφτούμε κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό μας;

 Η δεύτερη λέξη είναι η "ιδιωτικότητα". Ήδη δεν υπάρχει πτυχή της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και η πιο ιερή και η πιο μύχια, που να μην επιδεικνύεται και να μην εκτίθεται δημόσια. Σε όλα τα πεδία είναι σε δράση μια επεκτατική "βιομηχανία της διείσδυσης" (που συμπεριλαμβάνει την ψυχανάλυση, καθώς και τη γραφειοκρατία, το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και τις ιατρικές θεραπείες), η οποία αποβλέπει στο να απογυμνώσει την ανθρώπινη ύπαρξη από αυτό το αναπαλλοτρίωτο προσωπικό μυστικό.

 Ενώ η αληθινή δύναμη του καθενός εμπερικλείεται σε αυτό που μπορεί και πρέπει να κρατάει μέσα του. Όπως υπενθύμιζε ο Χάιντεγκερ, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει "στη θέση σου". Και το μεγαλείο κάθε ανθρώπου έγκειται στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει μέσα στη μοναξιά κάθε δύσκολη μετάβαση της ύπαρξής του, συμπεριλαμβανόμενων των αποτυχιών, των ασθενειών, των κακοτυχιών. Στον άνθρωπο υπάρχει ένα συναίσθημα ίσως ακόμα πιο ισχυρό από την αγάπη και το μίσος. Σκέφτομαι εκείνα τα "βαθιά πάθη", που είναι συχνά ανεξήγητα, για κάτι που στα μάτια μας προσλαμβάνει υπέρτατη αξία. Στο πεδίο του αληθινού πάθους κρίνεται η μοίρα μας (...)».
[Πηγή: http://www.enet.gr]

 Ο Φράνσις Τζορτζ Στάινερ (23 Απριλίου 1929) είναι Αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος και παιδαγωγός. Έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση μεταξύ της γλώσσας, της λογοτεχνίας και της κοινωνίας, και τις επιπτώσεις του Ολοκαυτώματος. Γεννήθηκε στο Παρίσι από Εβραίους γονείς αυστριακής καταγωγής. Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Αμερική το 1940. Ήδη από τα πρώτα του παιδικά χρόνια μιλούσε τρεις γλώσσες· αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στο Χάρβαρντ και στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes. Δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ, της Γενεύης και της Οξφόρδης και συνεργάστηκε ως κριτικός λογοτεχνίας με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες του καιρού μας. Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται το Μετά τη Βαβέλ. Άλλα σημαντικά του έργα είναι: Ο θάνατος της τραγωδίας, Γλώσσα και σιωπή, Στο κάστρο του Κυανοπώγωνα: Σημειώσεις για τον επαναπροσδιορισμό της κουλτούρας, Περί δυσκολίας, Αντιγόνες, Αξόδευτα πάθη, η σύντομη αυτοβιογραφία του "Errata" και το μυθιστόρημα Τα βάθη της θάλασσας. [Πηγή: www.doctv.gr]

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Αυθεντικότητα;



 Ζούμε σε ένα κόσμο που το να σε χαρακτηρίσει κάποιος «βαρετό» είναι χειρότερο από το να σε αποκαλέσει λαμόγιο, ή νυμφομανή...
 ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ< ελνστ. αυθεντ-ικός «έγκυρος, γνήσιος» (αρχικώς «αυτός που ανήκει στον κύριο, τον αφέντη». -ετυμολογικό λεξικό της νέας Ελληνικής, Γ.Μπαμπινιώτη).
 Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΧΕΙ ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΤΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ υπό την επιρροή της αμερικάνικης παντοκρατορίας που πιστεύουμε ηλιθιωδώς και συναισθηματικά ότι όλοι είναι μοναδικοί και υπέροχοι. Φυσικά δεν είναι καθόλου έτσι. Συναντάμε καμιά δεκαριά υπέροχους ανθρώπους σ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής μας κι οι υπόλοιποι είναι πνευματικά ρετάλια. Υποκρινόμαστε ότι αυτοί που κάνουμε παρέα είναι συγκλονιστικοί γιατί αλλιώς τί λέει για μας να έχουμε φίλους μπάζα;
 ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΜΕ ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΦΡΑΣΗ. «Γίνε ο Εαυτός σου», «Ανακάλυψε ποιος είσαι», «Μην αφήνεις τους άλλους να σου λένε τι να Κάνεις, τι να Σκέπτεσαι, τι να Ονειρεύεσαι». «Επίλεξε προσωπικά». Κι ενώ στα σλόγκαν κυριαρχεί η αποθέωση της μοναδικότητας στην πράξη εκατομμύρια άνθρωποι ανοίγουν την τηλεόραση για να παρακολουθήσουν το ίδιο ριάλιτι, εκατομμύρια πηγαίνουν στις εκθέσεις για να αγοράσουν το ίδιο αυτοκίνητο, εκατομμύρια μπαίνουν στα καταστήματα για να φορέσουν τα ίδια αθλητικά, εκατομμύρια αντιγράφουν το στιλ του ίδιου Ειδώλου. Πού είναι ο ναρκισσισμός και ο ατομισμός για τον οποίο οι κοινωνιολόγοι ή τα μίντια συνεχώς μιλάνε; Η ελεύθερη αγορά δεν προωθεί την αυθεντικότητα, ή την αυτονομία αλλά τον συλλογικό κομφορμισμό. Η ατομικότητά μας είναι μια ακριβή κουρελού.
 ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ: «Τέρμα οι κανόνες», λέει ο Ουγκώ στο προοίμιο του θεατρικού του έργου Ερνάνης . Όπως και ο Έμερσον: «Όποιος θέλει να είναι άνθρωπος πρέπει να μην είναι τυπολάτρης. Ότι πρέπει να κάνω αφορά εμένα και όχι τους άλλους. Ελπίζω στις μέρες μας να αρχίσουμε πια να κουραζόμαστε από το πνεύμα του συμβιβασμού και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Ας μην είναι οι εκφράσεις μας στερεότυπες και κωμικές….». Αυτές τις προτροπές κάνει πράξη ο Ζεράρ ντε Νερβάλ το 1850 και βγάζει βόλτα στους παρισινούς κήπους ένα αστακό δεμένο με γαλάζια κορδέλα. «Γιατί ένας αστακός να είναι πιο γελοίο θέαμα από ένα σκύλο. Εμένα μου αρέσουν οι αστακοί. Είναι ειρηνικά, σοβαρά πλάσματα. Ξέρουν τα μυστικά της θάλασσας , δεν γαβγίζουν και δεν απομυζούν την ανεπανάληπτη προσωπική σου ζωή όπως οι σκύλοι». Ο ντανταϊστής Τριστάν Τζαρά θα πει το 1915 ότι «ο έλλογος άνθρωπος είναι είδος καθιερωμένο πια αυτό που μας λείπει είναι το α-λογο».
 ΒΕΒΑΙΩΣ ΑΛΛΟ ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ με την έννοια ότι ανοίγεις τη βεντάλια της ανθρώπινης περιπέτειας και αμφισβητείς το ήδη γνωστό και καθιερωμένο. Φυσικά διαφέρει ένας ιδιοφυής Άντι Γουόρχολ από ένα αέναο καρναβάλι όπως η Λέιντι Γκάγκα που μόνο μια τυφλή μητέρα θα μπορούσε να αγαπήσει.   ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΡΤΑΣΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΗ. Κάθε φορά που στα καλλιστεία ένα κορίτσι κλαίει την ώρα που στέφεται βασίλισσα ανακαλύπτουμε το βαρόμετρο της παθολογικής εξάρτησής μας από την έγκριση των άλλων. «Θα ένιωθε άραγε κολακευμένος ένας μουσικός από τις ηχηρές επιδοκιμασίες των ακροατών του αν τον πληροφορούσαν ότι το ακροατήριό του με μια δύο εξαιρέσεις απαρτίζεται από κωφούς;», αναρωτιέται ο Σοπενχάουερ.
 Στην εποχή του υπερσυντηρητισμού που όλοι θέλουν να είναι διαφορετικοί χαμογελάω με τη φράση του Θεού μου Όσκαρ: Η φυσικότητα αποτελεί την πιο μεγάλη πόζα.     [Πηγή: www.doctv.gr]

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Καταιγισμός


 Καταιγισμός. Από γεγονότα, που είτε τα τιτλοφορήσουμε «συμβάντα» είτε προσπαθήσουμε να τα αγνοήσουμε, παραμένουν εφιαλτικά σφηνωμένα στο μυαλό που αναρωτιέται: - Τι ήμασταν, πού είμαστε τώρα, τι μας περιμένει αύριο, όταν η υπόσχεση ενός τέλους της μιζέριας και της αβεβαιότητας δεν πείθει ούτε αυτούς που την εξαγγέλλουν;
 Εκτός και αν θεωρούν ότι η επιθυμία τους για την υπό επαχθείς όρους εξουσία ενδιαφέρει έναν ολόκληρο λαό, που όμως δεν διψά σαν κι αυτούς για εξουσία, αλλά μόνο για μια σταγόνα παρηγοριάς στο γενικό πλάνο απαξίωσης που έχει μπει ερήμην του η ζωή του. Που δεν θέλει να του διαμερίσουν κι άλλο τα ιμάτια, να του διαμελίσουν τη σκέψη, την επιθυμία, την ελπίδα.
 Ο Σεφέρης μιλούσε για τα σπίτια που του στέρησαν «πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί». Ξενιτεμένοι στον τόπο μας ζούμε σήμερα έναν πόλεμο διαφορετικό από αυτόν που ξεσκίζει άλλους -επικίνδυνα κοντινούς- τόπους.
 Αυτοί που μας επιτίθενται παραμένουν αόρατοι ή μάλλον φορούν στολές παραλλαγής που τους επιτρέπουν να δηλώνουν «εταίροι», φίλοι που (για να θυμηθούμε το «Τιμωρία και επιτήρηση» του Φουκό) μας τιμωρούν –για το καλό μας- και μας επιτηρούν μέχρι τελικής πτώσεως.
 Οι φίλοι αυτοί θέλουν ή, πιο σωστά, επιτάσσουν το καλό μας μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές που εξαρθρώνουν, μεταρρυθμίσεις που παίρνουν όλο και πιο πολύ τη μορφή του καταιγισμού.
 Αλλά ο πιο αριστοτεχνικός χειρισμός τους είναι ότι προσπαθούν να μας κάνουν να νιώθουμε πως αυτοί που κάνουν ό,τι κάνουν είναι όχι αυτοί αλλά εμείς. Εμείς, έτσι μας λένε, ξεκινήσαμε από τη συρρίκνωση του «υπερτροφικού» δημόσιου τομέα.
 Εμείς συνεχίζουμε με τη συρρίκνωση του ιδιωτικού, που κατά κυριολεξία λιώνει, κονιορτοποιείται κάτω από το βάρος μιας απίστευτης φορολόγησης.
 Εμείς απαγορεύουμε στον συνταξιούχο να έχει εργασία είτε έργο, εμείς εξαναγκάσαμε τα νιάτα που είχαμε αναστήσει με καημό και έξοδα σε ανεργία ή εξορία.
 Εμείς κάνουμε τους πλειστηριασμούς μέσα από τις τράπεζες και θα τους πολλαπλασιάσουμε πολύ σύντομα και μέσα από τις εφορίες.
 Σκοτώνοντας ακόμα περισσότερο το κάποτε ανθηρό οικοδομικό κύκλωμα, κάνοντας τους Ελληνες άθλιους ενοικιαστές στα σπίτια που ήταν κάποτε δικά τους. Λεηλατώντας μετά τη δημόσια περιουσία της πατρίδας μας και την ιδιωτική.
 Ο Ελύτης είχε πει στο «Αξιον εστί» ότι οι εχθροί μας πάτησαν ξανά και ξανά αυτό το χώμα ντυμένοι φίλοι. Σήμερα κάνουν το ίδιο πανταχού παρόντες και αόρατοι. Κρυμμένοι σοφά πίσω από Ελληνες που δέχονται να είναι το προσωπείο και το εργαλείο τους.
 Λέει ακόμα ο ποιητής πως το χώμα δεν έδεσε με το πόδι τους. Μακάρι.      [Πηγή: efsyn]

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Έρευνα: Φτωχοί μου Millennials

  

 Λιγότερα χρήματα, χειρότερη εργασία; Ποιο είναι το μέλλον για την γενιά 17 με 35;
 Γεννήθηκαν από το 1982 μέχρι το 2000. Έχουν καλύτερη εκπαίδευση από τους γονείς τους, όμως δεν προβλέπεται να έχουν ούτε καλύτερες δουλειές, ούτε περισσότερα χρήματα από όσα είχαν εκείνοι στην ηλικία τους. Αυτά είναι τα ευρήματα της έρευνας που πραγματοποίησε η ελβετική τράπεζα Credit Suisse με βάση εκτίμηση της αμερικανικής στατιστικής υπηρεσίας.
 Η οικονομική ευελιξία των millennials περιορίζεται σε σχέση με το εισόδημα, την ιδιοκτησία και άλλες διαστάσεις που αφορούν την ευημερία, αναφέρει η έκθεση. Περιορίζεται επίσης και από τα κριτήρια του δανεισμού –που σήμερα είναι αυστηρότερα σε σχέση με την εποχή των γονιών τους-  ενώ οι τιμές των σπιτιών ολοένα και αυξάνονται. Στον τομέα των συντάξεων, αν τα πράγματα συνεχίσουν όπως έχουν, οι millennials φυσικά θα έχουν και πάλι λιγότερα από τους γονείς τους. Δεν τη λες τυχερή γενιά.
 Σε άλλα σημεία, η έκθεση εστιάζει στην οικονομική ανισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, που ολοένα και αυξάνεται και επισημαίνει πως αν και ο παγκόσμιος πλούτος αυξήθηκε κατά 6,4% το προηγούμενο έτος -και τώρα ανέρχεται σε 280 τρισεκατομ. δολάρια- ωστόσο είναι υπερβολικά συγκεντρωμένος στους λίγους. Σήμερα 36 εκατομ. εκατομμυριούχοι (ποσοστό μικρότερο από το 1% του ενήλικα πληθυσμού) κατέχει το 46% του παγκόσμιου ιδιωτικού πλούτου. Παράλληλα, το 70% των ενηλίκων, έχουν περιουσιακά στοιχεία αξίας μικρότερης των 10.000 δολ. (που αντιστοιχεί σε μόλις 2,7% του παγκόσμιου πλούτου).
 Ξεφεύγει κανείς από την μοίρα των Millennials; Σύμφωνα με την έκθεση, εκείνοι που εργάζονται σε τομείς όπως τα χρηματοοικονομικά και η τεχνολογία, έχουν περισσότερες πιθανότητες να έχουν μια καλύτερη ζωή.          [Πηγή: www.doctv.gr]


 Σχόλιο: ..."Καλύτερη εκπαίδευση, λιγότερα χρήματα, χειρότερη εργασία"... Ήταν απαραίτητη η "έρευνα" μιας ελβετικής τράπεζας για να δείξει τον "πανάρχαιο" φαύλο κύκλο;; Αυτά τα ευρήματα αφορούν μόνο αυτή τη γενιά ή όλες;;;
 Δυστυχώς αυτή η "κατάσταση" είναι πάγια και δεν είναι το αποτέλεσμα "ακραίων φυσικών φαινομένων"...
 Υποψιάζομαι ότι η "ελβετική τράπεζα" δεν μπήκε στα έξοδα να κάνει κάποια έρευνα, αλλά αντέγραψε κατευθείαν μία παλιότερη... Αυτή  Ε Δ Ω 
 Κι όσοι κομπιάζουν να καταπιούν τα αυτονόητα κι ονειρεύονται "καλύτερη ζωή" και "ανάπτυξη" ας την θαυμάσουν  Ε Δ Ω  .... 
 Γιατί η "ανάπτυξη" καλπάζει και ταξιδεύει "ηλεκτρονικά" στις μέρες μας... Διαλέξτε "κλουβί"...
 "Ερευνάτε τας γραφάς"...                                                                            [Κ.Φ.]

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Σαρτρ: Επιμένω στην παιδική αυταπάτη


«Το μέλλον σας είναι προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας». Αυτή είναι η κόλαση...
  Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Ζαν-Πωλ Σαρτρ που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός (εκδ. Ρούγκα).
 «Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»: Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση.
 Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το έργον ανθρώπων που βλέπουν ξεκάθαρα και που παίρνουν υπόψη τους το σύνολο της ανθρωπότητας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει σ’ ένα κόσμο όπου παιδιά πεθαίνουν της πείνας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να καταλάβει ότι είναι μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, σαν συγγραφέων και ανθρώπων, να κάνουμε κάτι για τους άλλους και οι άλλοι μπορούν να κάνουν κάτι για μας.
 ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΡΩΙΑ μπορεί κανείς, τη στιγμή που θα φοράει τις κάλτσες του, ν’ αποφασίσει: «Χμ! σήμερα θ’ ανακαλύψω έναν κώδικα ηθικής». Μα ένας κώδικας ηθικής δεν είναι δυνατό να «εφευρεθεί». Σήμερα δεν υπάρχει ένα αληθινό ηθικό σύστημα, κι αυτό γιατί λείπουν οι συνθήκες που θα έκαναν έναν ηθικό κώδικα άξιο του ονόματός του. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον. Πάρα πολλές μηχανές, όπως έλεγα, και κοινωνικά οικοδομήματα παρεμποδίζουν την ορατότητα. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για ένα αληθινό ηθικό σύστημα:
Μπορούμε να μιλάμε μόνο για ηθικούς κώδικες συγκεκριμένων τάξεων που αντανακλούν τις ειδικές τους συνήθειες και συμφέροντα. Λείπουν οι βασικοί όροι που θα ‘καναν τους ανθρώπους  ικανούς να έχουν μια νέα κοινωνική τάξη. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι αναπόφευκτο το πλήθος των κοινωνικών οικοδομημάτων -για να μην αναφέρουμε τις προσωπικές υποχρεώσεις, την ατομική μοίρα- να δημιουργούν εμπόδια στην αμοιβαία κατανόηση. Κι έτσι βαδίζετε μαζί με την προσωπική σας μοίρα και συναντάτε ένα Νέγρο, ή έναν Άραβα, που ο καθένας του έχει τη δική του τύχη και οποιαδήποτε πραγματική σχέση μαζί τους γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ή θα πρέπει να ανήκετε σε κάποια «κίνηση» στην οποία αποξενώνεστε ολοκληρωτικά, με οτιδήποτε βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, για να συνδεθείτε, ας πούμε με τον αγώνα των Αλγερινών. Και σ’ αυτή όμως την περίπτωση -παρ’ όλες τις καλές προθέσεις- δεν θα πετύχετε την πλήρη αλληλεγγύη. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθετε σ’ επαφή δεν θα είναι γα σας ένας εντελώς άνθρωπος, θα είναι ένα «πράγμα». Το να μεταχειριστούμε όμως έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό αποτελεί ζήτημα αρχής, μιας αρχής που δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε.
  ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟΥ, από την αυταπάτη πως ένας αστός συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να είναι απαισιόδοξος, ότι είναι καταδικασμένος στη μοναξιά από το γεγονός ότι σήκωσε κάποτε τα όπλα κατά της κοινωνίας. Στις «Λέξεις» περιγράφω πώς έφθασα στο σημείο να είμαι μέλος της κοινωνίας - μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση. Κι επειδή έχω απαλλαγεί από τις αυταπάτες της νιότης πιστεύω πως έχω γίνει αισιόδοξος.
 ΕΧΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ χρημάτων για ξόδεμα. Αλλά έχω και πολλές υποχρεώσεις. Και είναι γεγονός πως το αίσθημα της κατοχής μού είναι μισητό. Μου φαίνεται πως μας κατέχουν τα πράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας. Είτε είναι αυτά χρήματα ή πράγματα τα οποία μπορούμε ν’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Όταν κάτι μού αρέσει, θέλω πάντα να το δίνω σε κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία. Είναι γιατί θέλω μόνο και μόνο να σκλαβωθούν άλλοι από τα αντικείμενα, κι όχι εγώ. Κι ευχαριστιέμαι από τη σκέψη πως κάποιος άλλος θα ευχαριστηθεί από το αντικείμενο που θα του δώσω.
 ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ μερικά βιβλία, αλλά το θεωρώ καθήκον μου να υπερασπιστώ τις ιδέες που εκφράζονται στα βιβλία αυτά, κι αν ακόμη τα πράγματα αλλάξουν, και τότε πια δεν είμαι ο εαυτός μου, θα γινόμουν το θύμα των βιβλίων μου. Δεν νομίζω πως θα έπρεπε κανένας να κάνει αυτό που έκανε ο Ζιντ, να ξεκόβει συστηματικά από το παρελθόν του. Θέλω όμως να είμαι πάντα προσιτός στην αλλαγή. Δεν νιώθω τον εαυτό μου δεσμευμένο από οτιδήποτε έχω γράψει. Από την άλλη όμως πλευρά και δεν αποκηρύττω ούτε μια λέξη απ’ αυτά.  ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ είναι ένας όρος που τον θεωρώ προσωρινό και που επιθυμώ να τον αφήσω πίσω. Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του.
 ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΤΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ; - Σαρτρ: Καλύτερα να μη μιλήσω γι’ αυτό. - Γιατί; -Σαρτρ: Γιατί δεν νομίζω πως μία ακαδημία ή ένα βραβείο μπορεί να έχει καμιά σχέση μαζί μου. Εκείνο που θεωρώ για μεγαλύτερη τιμή είναι να με διαβάζουν.
 Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - Παρίσι 15 Απριλίου 1980), ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, ο γνωστότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού. Σπούδασε Φιλοσοφία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Μετά τη λήξη του, ίδρυσε μαζί με τον Μορίς Mερλό Ποντί το περιοδικό «Σύγχρονοι Καιροί». Σύντροφος της ζωής του υπήρξε η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αν και δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος στήριζε τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Ο Σαρτρ υποστήριζε ένα νέο ουμανισμό, σ’ ένα κόσμο χωρίς την ανάγκη θεού. Τις ιδέες του κατόρθωσε να τις περάσει και μέσα από τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα. Λόγω της αθεϊστικής στάσης του, όλα τα βιβλία του τοποθετήθηκαν από την καθολική εκκλησία στη λίστα των απαγορευμένων. Αποστρεφόταν τις επίσημες τελετές και τα αξιώματα και για αυτό το λόγο, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1964. Τα δύο πιο σημαντικά φιλοσοφικά του έργα θεωρούνται «Το είναι και το μηδέν» (1943) και η «Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (1960).
[Πηγή: www.doctv.gr]
  

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Happiness...


 Το κυνήγι της "ευτυχίας" στη σύγχρονη κοινωνία, μας οδηγεί στο απόλυτο τίποτα, σε μια "παγίδα" ανθρωποποιημένων αρουραίων...
 Το "κυνήγι της ουράς" μας. Βία, εξαντλητικοί ρυθμοί, καταναλωτισμός, αποξένωση, κατάθλιψη...
 Η φάρμα των "ζώων"...
 Ένα εξαιρετικό animation από τον Steve Cutts....

Happiness from Steve Cutts on Vimeo.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Καστοριάδης: Έτσι θα έρθει η Αναγέννηση


 Το ιταλικό φιλολογικό περιοδικό «Lettera Ιnternazionale» πρωτοδημοσίευσε αυτό το άγνωστο δοκίμιο του φιλόσοφου Κορνήλιου Καστοριάδη.
 Υπάρχει κάτι αμεσότερο για όσους πιστεύουν ότι ζουν σε μια δημοκρατική κοινωνία, από το να διερωτηθούν σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζει ο πολιτισμός στην κοινωνία στην οποία ζουν; Και ειδικά σε μια περίοδο όπου παρατηρούμε μια άνευ προηγουμένου διάδοση αυτού που ονομάζουμε «πολιτισμό»;
 Για περισσότερο από δύο αιώνες υποστηριζόταν ότι ο ειδικός ρόλος του πολιτισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία- σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις μη δημοκρατικές κοινωνίες εντοπίζεται στο ότι ο πολιτισμός είναι για όλους και δεν απευθύνεται μόνο σε μια συγκεκριμένη ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι στη διάθεση όλων, όχι μόνο «νομικά» (πράγμα που δεν συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Αίγυπτο των Φαραώ), αλλά επίσης κοινωνιολογικά, με την έννοια της πραγματικής πρόσβασης. Ας εξετάσουμε την αμιγώς σύγχρονη περίοδο του δυτικού κόσμου, δηλαδή από τις μεγάλες επαναστάσεις του τέλους του 18ου αιώνα (δημοκρατικές και με κύριο χαρακτηριστικό την εκκοσμίκευση και την απομάκρυνση από τον Χριστιανισμό) ως περίπου το 1950, ενδεικτική χρονολογία από την οποία θεωρώ ότι γεννάται μια νέα κατάσταση.
 Ο δημιουργός αναζητεί ξεκάθαρα μια νόρμα που φέρει ένα νέο νόημα. 
 Από τη σκοπιά του δημιουργού μπορούμε να μιλήσουμε για έντονο αίσθημα ελευθερίας και εκπληκτική μέθη που τη συνοδεύει. Μέθη όσον αφορά την εξερεύνηση καινούργιων μορφών και της ελευθερίας να τις δημιουργήσει. Αυτή η ελευθερία είναι συνδεδεμένη με ένα αντικείμενο: είναι κυρίως η αναζήτηση και η αναπαλαίωση ενός νοήματος. ΄Η, ορθότερα, ο δημιουργός αναζητεί ξεκάθαρα μια νόρμα που φέρει ένα νέο νόημα. Η σύγχρονη τέχνη, ακόμη και αν δεν ικανοποιεί το «λαϊκό αίσθημα», είναι δημοκρατική και επομένως απελευθερώνει.
 Το κοινό, από την πλευρά του, συμμετέχει «per procura» (με πληρεξούσιο), δηλαδή μέσω του καλλιτέχνη, σε αυτή την ελευθερία. Ουσιαστικά κυριεύεται από το καινούργιο νόημα του έργου τέχνης, και αυτό διότι, παρά την αδράνεια, τις καθυστερήσεις, τις αντιστάσεις και τις αντιδράσεις, πρόκειται για ένα κοινό που γίνεται το ίδιο δημιουργός. Η πρόσληψη ενός μεγάλου καλλιτεχνικού έργου δεν είναι ποτέ και δεν μπορεί να είναι ποτέ- μια απλή παθητική αποδοχή, αλλά αποτελεί επίσης συν-δημιουργία. Και οι δυτικές κοινωνίες, από το τέλος του 18ου αιώνα ως τα μισά τού 20ού αιώνα, υπήρξαν οι ίδιες αυθεντικοί δημιουργοί. Σήμερα, επικρατεί άραγε η ίδια κατάσταση; Όσον αφορά την πραγματική κοινωνική λειτουργία η «λαϊκή εξουσία» αποτελεί προκάλυμμα της εξουσίας των χρημάτων, της τεχνογνωσίας, της γραφειοκρατίας, των πολιτικών κομμάτων, του κράτους και των μέσων ενημέρωσης. Όσον αφορά το ίδιο το άτομο, παρατηρείται μια νέα αναδίπλωση για την οποία ευθύνεται ο γενικευμένος κομφορμισμός. 
 Πρεσβεύω ότι ζούμε στην πιο κομφορμιστική εποχή της σύγχρονης Ιστορίας. Λένε ότι κάθε άτομο είναι «ελεύθερο». Ωστόσο στην πραγματικότητα ο καθένας προσλαμβάνει παθητικά το μοναδικό νόημα που οι θεσμοί και η κοινωνία τού προτείνουν και του επιβάλλουν: τον «τηλεκαταναλωτισμό», ήτοι τον ψεύτικο καταναλωτισμό μέσω της τηλεόρασης. Θα σταθώ για λίγο στο θέμα της «ευχαρίστησης» τού σύγχρονου τηλεκαταναλωτή. Αντίθετα από τον θεατή, τον ακροατή ή τον αναγνώστη ενός έργου τέχνης, η συγκεκριμένη αυτή ευχαρίστηση περιλαμβάνει την ελάχιστη μετουσίωση. Πρόκειται για ικανοποίηση που υποκαθίσταται από τους παλμούς που προκαλεί η πράξη της ηδονοβλεψίας, για μια δυσδιάστατη «βιολογική ευχαρίστηση» η οποία συνοδεύεται από τη μέγιστη παθητικότητα. Οτιδήποτε παρουσιάζει η τηλεόραση, «καλό» ή «κακό» αφεαυτού, εκλαμβάνεται παθητικά στο πλαίσιο της αδράνειας και του κομφορμισμού.
 Ο θρίαμβος του ατομικισμού μεταφράζεται γενικώς ως «θρίαμβος της δημοκρατίας». Αυτός όμως ο ατομικισμός δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να είναι κενή έννοια, σύμφωνα με την οποία τα άτομα «κάνουν ό,τι θέλουν». Όσον αφορά την πολιτιστική δημιουργία, τομέας όπου η κριτική είναι πιο ασαφής και υπόκειται σε αμφισβητήσεις, είναι δύσκολο να υποτιμήσουμε την αύξηση του εκλεκτισμού της σύνθεσης ετερόκλητων στοιχείων, του δουλοπρεπούς συγκρητισμού. Και κυρίως ότι δεν επισημαίνεται η απώλεια του νοήματος, η οποία συμβαδίζει με την εγκατάλειψη της αναζήτησης της φόρμας- μιας φόρμας που είναι πάντα κάτι περισσότερο από απλή φόρμα, διότι, όπως έλεγε ο Ουγκό, αυτή είναι το «πραγματικό νόημα» που ανεβαίνει στην επιφάνεια.
 Η σημερινή εξέλιξη του πολιτισμού σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και πολιτική αδράνεια καθώς και την παθητικότητα που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο κόσμο. Η πολιτιστική αναγέννηση- αν συμβεί- θα είναι συνδεδεμένη με ένα καινούργιο και μεγάλο κοινωνικοϊστορικό κίνημα το οποίο θα θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη δημοκρατία και θα της δώσει νέα μορφή και περιεχόμενο. Ανησυχούμε για την αδυναμία να οραματισθούμε επακριβώς το περιεχόμενο μιας τέτοιας δημιουργίας, τη στιγμή που ακριβώς αυτό αποτελεί την ομορφιά κάθε δημιουργίας.
  Ο Κλεισθένης και οι σύντροφοί του δεν μπορούσαν, ούτε όφειλαν να «προβλέψουν» τη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και την ανέγερση του Παρθενώνα, όπως και τα μέλη της Συνταγματικής Εθνοσυνέλευσης της Γαλλικής Επανάστασης ή οι Πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας δεν μπορούσαν να φαντασθούν την εμφάνιση του Σταντάλ, του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Ριμπό, του Μανέ, του Προυστ ή του Πόε, του Μελβίλ, του Γουίτμαν και του Φόκνερ.  Η φιλοσοφία καταδεικνύει ότι θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι έχουμε εξαντλήσει πλέον οτιδήποτε νοητό, πραγματοποιήσιμο και μορφοποιήσιμο. Όπως θα ήταν παράλογο και το να θέσουμε περιορισμούς στη δυνατότητα της μορφοποίησης, δυνατότητα που πάντα εντοπίζεται στην ψυχική φαντασία και στο συλλογικό κοινωνικοϊστορικό φαντασιακό φαινόμενο. Αν παραδεχθούμε ότι όσοι διατηρούν μια σχέση άμεση και ενεργή με τον πολιτισμό μπορούν να συμβάλουν ώστε η περίοδος του λήθαργου να διαρκέσει το δυνατόν λιγότερο, αυτό θα γίνει εφικτό μόνο αν η προσπάθειά τους μείνει πιστή στις αρχές της ελευθερίας και της υπευθυνότητας.
 [Πηγή: www.doctv.gr]

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Η φτώχεια των ανθρώπων, ο πλούτος των εθνών


 «Άριστη δημοκρατία είναι εκείνη που δεν έχει ούτε πάρα πολύ πλούσιους ούτε πάρα πολύ φτωχούς πολίτες.»
Θαλής ο Μιλήσιος, 643-548 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος
«Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να καταστήσεις ακίνδυνους τους φτωχούς είναι να τους εκπαιδεύσεις να θέλουν να μιμούνται τους πλούσιους.»
Carlos Ruiz Zafón, 1964 -, Ισπανός συγγραφέας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 Παρακολουθoύσαμε την ταινία Lion, του Garth Davis. Ο δεκάχρονος Τηλέμαχος σοκαρισμένος έβλεπε πώς ζουν οι άνθρωποι στην Ινδία.
«Είναι πολύ φτωχή χώρα η Ινδία;» με ρώτησε.
«Η Ινδία είναι ένα απ’ τα ισχυρότερα κράτη του πλανήτη», του είπα. «Έχει διαστημικό πρόγραμμα, έχει πυρηνικά, έχει τεράστιο πλούτο, σε έκταση είναι το ένα τρίτο ολόκληρης της Ευρώπης και σε πληθυσμό η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά την Κίνα.»
«Εδώ δείχνουν ότι είναι φτωχή!»
«Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, οι πολλοί. Το κράτος είναι πλούσιο».
«Πώς γίνεται αυτό;»
~~
Πώς γίνεται αυτό, αλήθεια;
 Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οι φτωχοί (οι ανασφάλιστοι, οι άστεγοι) στις ΗΠΑ, το πιο ισχυρό κράτος του πλανήτη τα τελευταία 100 χρόνια, είναι πολλοί περισσότεροι (αναλογικά) απ’ ό,τι στην Νορβηγία ή στη Νέα Ζηλανδία.
 Το ίδιο ισχύει και στην Κίνα, με χειρότερους όρους.
 Στην Ενωμένη Ευρώπη τα ισχυρά κράτη ποντάρουν στη φτωχοποίηση των ανίσχυρων, προκειμένου να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις άλλες μεγάλες οικονομίες.
 Μοιάζει να είναι θέσφατο, δοσμένο απ’ τους θεούς: Για να δημιουργήσεις μια ισχυρή οικονομία, πρέπει να δημιουργήσεις οικονομικές ανισότητες.
 Και η συνέπεια: Όσο φτωχαίνουν οι πολλοί τόσο αυξάνεται ο πλούτος των ελάχιστων.
 Το είδαμε σ’ αυτό που τα media αποκαλούν Οικονομική Κρίση –προσπαθώντας να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είναι κάτι περαστικό και τυχαίο.
 Τα τελευταία χρόνια οι περιουσίες των μεγιστάνων (Ελλήνων, Αμερικάνων, Ινδών, Κινέζων, Γερμανών, ο πλούτος δεν γνωρίζει εθνικότητες) πολλαπλασιάστηκαν.
 Από πού τα πήραν αυτά τα χρήματα; Απ’ τους πολλούς. Τους μεσαίους, τους μικρούς, τους ανύπαρχτους.
~~
 Για να δημιουργηθούν ισχυρές αυτοκρατορίες – οικονομίες πρέπει να καταστραφούν πολλοί άνθρωποι (και ζώα-δάση-εδάφη-θάλασσες).
 Οι άνθρωποι, εμείς, είμαστε το καύσιμο των «Μεγάλων Πολιτισμών», είτε είναι το Χόλιγουντ είτε είναι το Μπόλιγουντ.
 Ο πλούτος δεν επιτρέπεται να μοιράζεται σε όλους. Αυτό αποδυναμώνει την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΓΟΡΑ (με κεφαλαία το απόλυτο θέσφατο της εποχής μας).
 Το νεοφιλελεύθερο δόγμα (που είναι η θρησκεία του 21ου αιώνα) διακηρύσσει ότι ο καθένας αμοίβεται σύμφωνα με τις ικανότητες του. Πλουτίζουν οι άξιοι και μένουν φτωχοί οι ανάξιοι.
 Οπότε άνθρωποι σαν τον πεντάχρονο Ινδό, που μεγαλώνουν στην ένδεια, δεν καταφέρνουν να γίνουν μεγιστάνες επειδή δεν ήταν αρκετά άξιοι.
 Οι αρχικές συνθήκες δεν έχουν καμιά σημασία για τον νεοφιλελευθερισμό, που είναι τόσο επιστημονικός όσο και η αστρολογία.
~~
 Πώς πείθονται οι άνθρωποι, οι πολλοί άνθρωποι, να υπηρετούν αυτό το δόγμα που τους θέλει ανύπαρχτους;
 Πρώτα εξαναγκάζονται.
 Όταν είσαι στα όρια της φτώχειας-λιμοκτονίας θα κάνεις τα πάντα για ένα κομμάτι ψωμί. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα επιβιώσεις άλλη μια μέρα, εσύ και τα παιδιά σου (όπως ακριβώς έκαναν οι μελλοθάνατοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί).
 Στην απόλυτη φτώχεια δεν υπάρχει μόρφωση, δεν υπάρχει έλεγχος γεννήσεων, δεν υπάρχει καμία προοπτική, πέρα απ’ την επιβίωση.
 Γιατί δεν επαναστατούν οι φτωχοί; Γιατί έχουν κάτι πολύ πιο σημαντικό να καταφέρουν: Την επιβίωση.
~~
 Και στα δυτικά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ελλάδα, γιατί δεν επαναστατούν οι φτωχοί, οι μεσαίοι, οι πολλοί;
 Όσοι τολμάνε να το κάνουν αντιμετωπίζουν τη φυλάκιση -και τον θάνατο κάποιες φορές. Κι όσο η επανάσταση είναι θέμα εκατό-χιλίων ανθρώπων, δεν είναι επανάσταση, είναι επεισόδια.
~~
 Οι υπόλοιποι, οι πολλοί, πώς πείθονται να υπομένουν;
 Καταρχήν πιστεύουν ότι αυτή είναι η φυσική τάξη. Την φτώχεια δεν τη δίνει ο θεός (όπως στις κάστες των Ινδών), αλλά τη δίνει η φύση.
 Κάποιοι γεννιούνται ικανοί, κάποιοι ανίκανοι (για τον πλούτο).
 Αλλά -αυτό είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του μύθου- ο καθένας μπορεί να γίνει πλούσιος, διάσημος, πετυχημένος.
 Τα media αγαπούν να αναπαράγουν αυτόν τον μύθο, της ατομικής ανέλιξης. Κι οι φτωχοί ελπίζουν σε κάτι τέτοιο.
~~
 Ο μαύρος που μεγάλωσε στο γκέτο, αλλά έγινε μπασκεμπολίστας και είναι πλέον διάσημος -και πλούσιος.
 Η άνεργη που ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, αλλά έγραψε τον Χάρι Πόττερ, κι είναι πλέον πιο πλούσια απ’ τη βασίλισσα.
 Ο φοιτητής που παράτησε το πανεπιστήμιο, έφτιαξε ένα social media κι έγινε δισεκατομμυριούχος.
 Το άσημο κορίτσι που πήγε σε talent show, τη λάτρεψε ο κόσμος, κι έγινε διάσημη (παύλα πλούσια).
 Ο άσχημος τραγουδιστής που όλοι τον κορόιδευαν όταν ήταν παιδί, αλλά έγινε είδωλο (και πλούσιος).
 Η γυναίκα που αισθανόταν άσχημα για τον εαυτό της στο λύκειο, αλλά τελικά έγινε μοντέλο (και πλούσια).
 Το πεντάχρονο παιδί που ζούσε στους δρόμους, το υιοθέτησε μια οικογένεια πλούσιων Αυστραλών, σπούδασε, έγραψε βιβλίο κι έγινε ακόμα πιο πλούσιος.
~~
 Όμως για κάθε μαύρο του γκέτο που πέτυχε, υπάρχουν εκατομμύρια άλλοι που απέτυχαν.
 Για κάθε άνεργη που έγινε best-seller υπάρχουν εκατομμύρια άλλες που αυτοκτόνησαν.
 Για κάθε φοιτητή που παράτησε το πανεπιστήμιο κι έγινε Ζούκεμπεργκ υπάρχουν εκατομμύρια άλλοι που δεν πήγαν ποτέ πανεπιστήμιο και δουλεύουν στα Μακντόναλντς.
 Για κάθε κορίτσι που έγινε μοντέλο, για κάθε τραγουδιστή που έγινε είδωλο, υπάρχουν εκατομμύρια άλλοι που δεν τα κατάφεραν.
 Και για κάθε παιδί του δρόμου που γλίτωσε απ’ τη φτώχεια υπάρχουν δισεκατομμύρια άλλα που λιμοκτονούν.
~~
 Σκεφτείτε το! Ακόμα κι οι ιστορίες που έχουν να κάνουν με κάποιον πλούσιο χρηματιστή-κλπ που αφήνει τα πάντα για να βρει τον εαυτό του, καταλήγουν μ’ εκείνον να γίνεται καλλιτέχνης-κλπ, και να είναι πάλι πλούσιος και επιτυχημένος.
 Ουσιαστικά αναπαράγουν το ίδιο μοντέλο: Αν κάποιος είναι άξιος θα γίνει διάσημος και πλούσιος.  Ό,τι κι αν του τύχει.
 Οπότε, πρώτον, φταις εσύ αν δεν είσαι διάσημος-πλούσιος. Και δεύτερον, ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να τα καταφέρεις να γίνεις -ή έστω να το κάνουν τα παιδιά σου.
 Αλλά μπορείς να το κάνεις ΕΣΥ, μόνο εσύ, η επιτυχία δεν συμπεριλαμβάνει άλλους πέρα απ’ τον εαυτό σου.
 Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!
~~
 Για να καταλάβεις μια κοινωνία, έλεγε ο Λεβιστρός, πρέπει να μελετήσεις τους μύθους της. Κι η σύγχρονη μυθολογία αποτυπώνεται στον κινηματογράφο.
 Ο σύγχρονος παγκόσμιος μύθος λέει ότι μόνο ο πλούτος έχει σημασία (ο θεός πέθανε, ο Γκάντι πέθανε, ο Κάστρο πέθανε, κάθε ιδεολογία πέθανε).
 Ο σύγχρονος παγκόσμιος μύθος λέει ότι όσοι αξίζουν πλουτίζουν (και ανάποδα: Αυτοί που πλούτισαν ήταν άξιοι).
 Ο σύγχρονος παγκόσμιος μύθος λέει ότι όλοι (αλλά ο καθένας μόνος του) μπορούν να γίνουν πλούσιοι.
 Ο σύγχρονος παγκόσμιος μύθος ξεχνάει να μας πει ότι ελάχιστοι είναι αυτοί που θα γίνουν πλούσιοι. Κι ότι όλοι οι άλλοι μοναχά θα επιβιώνουν -και αν.    [Πηγή: sanejoker]

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Λιλή Ζωγράφου: Οι μάζες φοβούνται τη λευτεριά


«Τι θα πει ελευθερία; Μα η αθωότητα να μη γνωρίζεις την ασκήμια των ανθρώπων. Μόνο ως τότε είσαι λεύτερος».
 «Οι μάζες φοβούνται τη λευτεριά. Απεγνωσμένα ψάχνουν (όταν όλα έχουν καταρρεύσει) για έναν καινούργιο θεό ή τον εκπρόσωπό του που θα τους την στερήσει, αλλά που στην πραγματικότητα θα τις απαλλάξει από την ευθύνη του εαυτού τους».
 «Πόσες φορές βρέθηκε ο άνθρωπος κοντά στην υποψία ότι δεν είναι οι θεοί που πρέπει ν αλλάξουν αλλά το σύστημα;».
 «Οι μάζες εκπαιδευμένες να είναι άτολμες και δορυφορικές, καθηλώνονται ανίκανες και ν’ αντικρίσουν ακόμα το κενό. Ειδικά διαμορφωμένες έτσι, περιμένουν, προσφέροντας με την ανημποριά τους, το πρόσχημα. Αυτή είναι η στιγμή του καπάτσου ή αλλιώς του ηγέτη. Όταν οι παλιοί θεοί αποσύρονται, οι θρόνοι αναζητούν διάδοχο. Και μ ένα καλό χειρισμό ή δίχως καν χειρισμό, σχεδόν κάθε άχρηστο σακί κόκαλα μπορεί ν αναρριχηθεί στην άδεια θέση».
 «Μία κοινή πίστη σώζει πάντα τις μάζες από την ανυπόφορη μοναξιά του ατόμου. Αλλά όσο δύσκολο είναι να τις ενώσεις κάτω από μια καινούργια προοδευτική ιδέα, τόσο εύκολο είναι να τις συνδέσεις μ ένα κοινό μίσος. Εναντίον ποιανού; Μα η μετριότητα βλέπει γύρω της τόσους εχθρούς! Γι αυτό η μάζα είναι πρόθυμη να υποστηρίξει μια θεότητα ή μια εξουσία που υπόσχεται το διωγμό της αδικίας και την αποκατάσταση της ισότητας. Το κακό είναι πως δεν ελέγχει ποιος της τα υπόσχεται όλα τούτα. Της αρκεί η πλάνη πως οι πάντες θα ισοπεδωθούν στο ανάστημα της δικής της μετριότητας. Και πως και οι άλλοι θα στερηθούν εκείνο που η ίδια φοβάται: την ελευθερία να ψηλώσουν».
 Η Λιλή Ζωγράφου (17 Ιουνίου 1922-1998) ήταν Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας «Ανόρθωση», με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του. Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και ενώ ήταν έγκυος, φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση και γέννησε στη φυλακή την κόρη της, μετέπειτα ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη. Μετά την απελευθέρωση, εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες, ταξιδεύοντας παράλληλα στην Ευρώπη και στις Ανατολικές χώρες. Πρωτοεμφανίστηκε στη βιβλιογραφία το 1949, με τη συλλογή από νουβέλες με τίτλο «Αγάπη». 'Εγινε ευρύτερα γνωστή 10 χρόνια αργότερα, με το βιβλίο της για τον Νίκο Καζαντζάκη, «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Kατά τη διάρκεια της δικτατορίας δημοσίευε άρθρα στο δεκαπενθήμερο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ. Τα άρθρα εκείνα έδωσαν μια πνοή ελευθερίας στον Τύπο και έγιναν σημεία αναφοράς και ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον.
 [Πηγή: www.doctv.gr]